Κείμενο του Γιώργου Β. Μονεμβασίτη, Κριτικού και Ιστορικού Μουσικής

Η όπερα, το λυρικό θέατρο δηλαδή, η πλέον δημοφιλής από τις παραστατικές τέχνες, μια και συνδυάζει τη μουσική με το θέατρο, παρουσιάστηκε στη νεότερη Ελλάδα στα τέλη του 18ου αιώνα. Στα νησιά του Ιονίου, που βρισκόντουσαν υπό ενετική κατοχή τότε, εμφανίστηκε το πρώτο δείγμα όπερας, το οποίο αποτέλεσε την απαρχή της λόγιας ελληνικής μουσικής.
... Ήταν το 1791 όταν ανέβηκε στο θέατρο San Giacomo της Κέρκυρας η χαμένη σήμερα κωμική όπερα Gli amanti confusi ossia Il brutto fotunato (Οι εραστές εν συγχύσει ή Ο άσχημος τυχερός) του Στέφανου Πογιάγου (1768-1826). Εκεί, στα Επτάνησα, άνθισε η πρώτη οργανωμένη γηγενής μουσική κίνηση του νεότερου ελληνισμού, η οποία ουσιαστικά διαμόρφωσε τη μουσική της Ελλάδας κατά το 19ο αιώνα. Αναπόφευκτα, λόγω της πολύχρονης ενετικής κατοχής, αλλά και της γειτνίασης με την Ιταλία, ήταν επηρεασμένη άμεσα από το bel canto, που είχε ως κύριο εκφραστή την όπερα. Έτσι στην Ελλάδα του 19ο αιώνα κυριάρχησε η όπερα, είτε με τη μορφή των δημοφιλών ιταλικών μελοδραμάτων, είτε με τη μορφή λυρικών δραμάτων πλασμένων από Επτανήσιους μουσουργούς, κορυφαίος των οποίων, σε αυτή τουλάχιστον την κατηγορία, υπήρξε ο Σπυρίδων Σαμάρας (1861-1917).
Με την έλευση του 20ού αιώνα το κέντρο βάρους της μουσικής μεταφέρθηκε από τα Επτάνησα στην Αθήνα με πρωτεργάτη τον Διονύσιο Λαυράγκα (1860-1941) ο οποίος υπήρξε και ο ιδρυτής του Ελληνικού Μελοδράματος.
Το λυρικό θέατρο στην Ελλάδα μέσα στον 20ό αιώνα συνοδοιπόρησε λίγο-πολύ με τις διεθνείς μουσικές εξελίξεις προσαρμόζοντάς τις βεβαίως στα ντόπια δεδομένα (Εθνική Μουσική Σχολή κ.λ.π.). Οι ξένες όπερες συχνά παρουσιαζόντουσαν στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα με το ποιητικό τους κείμενο (λιμπρέτο) σε ελληνική απόδοση, ώστε να είναι πιο προσιτές στον Έλληνα ακροατή.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το λυρικό θέατρο στην Ελλάδα ανέδειξε και αναδεικνύει σπουδαίους μονωδούς-ερμηνευτές οι οποίο σταδιοδρόμησαν – και σταδιοδρομούν - και στο εξωτερικό. Εκτός της παγκόσμιας Μαρίας Κάλλας (1923-1977) ενδεικτικά αναφέρονται από τους παλιότερους ο βαρύτονος Γιάννης Αγγελόπουλος (1881-1943), οι τενόροι Κώστας Μυλωνάς (1889-1948) και Οδυσσέας Λάππας (1890-1971), η υψίφωνος Ελένη Βλαχοπούλου (1876-1935), ο βαρύτονος Τίτος Ξηρέλλης (1900/03-1985) και ο βαθύφωνος Νίκος Μοσχονάς (1907-1975), η τέχνη των οποίων αποτυπώθηκε στη δισκογραφία των 78 στροφών.

Άλλες συλλογές σχετικές με ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΤΑΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ: