Δυο μαύρα μάτια

PDF cannot be displayed, please update.

Από την αρχαιότητα, η μουσική καταγραφή αποτέλεσε τον καθαυτό τρόπο οπτικής αναπαράστασης του ηχητικού φαινομένου, άλλοτε με λεπτομέρεια και άλλοτε υπό την μορφή οδηγού. Διαχρονικά, η οπτική αποτύπωση της μουσικής υπήρξε ο μοναδικός τρόπος για την αποθήκευση και την διατήρησή της στο χρόνο, αλλά και το αποκλειστικό μέσο για την αναπαραγωγή της. Σε κάθε περίπτωση, η οπτική μεταφορά θα πρέπει να λογιστεί ως επικουρικό εργαλείο, καθώς η προφορική διάδοση και η αποθήκευση στην μνήμη των καλλιτεχνών αποτέλεσαν τις πλέον διαχρονικές τεχνικές για την διάχυση της μουσικής μέσα στον χρόνο και τον χώρο. Κατά την επονομαζόμενη σήμερα «κλασική» μουσική περίοδο της Ευρώπης, με τα ισχυρότατα κέντρα παραγωγής της, όπως οι σημερινές Αυστρία, Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία, και ειδικά στην πορεία της προς τον Ρομαντισμό, η μουσική καταγραφή, η παρτιτούρα, λογίστηκε από ορισμένους συνθέτες ως η καθαυτή ενσάρκωση του έργου τους.

Όπως είναι λογικό, στον νεωτερικό καπιταλιστικό κόσμο, η μουσική καταγραφή, ως το βασικό εργαλείο υποστασιοποίησης της μουσικής, ενέταξε υπό την σκέπη της και ρεπερτόρια τα οποία δεν συνδέθηκαν, δεν διαδόθηκαν και δεν λειτούργησαν με βάση την καταγραφή τους. Αυτό πρόσφερε στα κέντρα πώλησης μουσικών προϊόντων ένα πρόσθετο εργαλείο για την επέκταση του δικτύου δράσης τους: οι μη-λόγιες μουσικές απέκτησαν έναν πρόσφορο τρόπο διακίνησής τους, ενισχύοντας την δημοφιλία τους, ακόμη και σε τόπους πολύ μακρινούς από αυτούς της αρχικής τους δημιουργίας. Στα τέλη του 19ου αιώνα, όμως, το φαινόμενο της ηχογράφησης και αναπαραγωγής του ήχου ήρθε να αναδιατάξει τις σχέσεις, και να αποδιοργανώσει το status quo των εκδοτικών οίκων, διεκδικώντας κομμάτι της αγοράς, προσφέροντας ένα προϊόν εξαιρετικά πιο ολοκληρωμένο και άμεσο. Οι εκδοτικοί οίκοι προσπάθησαν μεν να αντιδράσουν με νομικά μέτρα, κατέστην όμως αδύνατη η ανακοπή της δυναμικής του νέου φαινομένου: η επικράτηση της εμπορικής δισκογραφίας είναι πλέον γεγονός, στο μεγαλύτερο κομμάτι του 20ού αιώνα.

Όσον αφορά τις μη-λόγιες μουσικές, οι εμπορικές έντυπες παρτιτούρες αποτελούν εκδόσεις των μουσικών κειμένων τραγουδιών ή ορχηστρικών κομματιών (για την εκδοτική δραστηριότητα στην Ελλάδα βλ. Lerch-Kalavrytinos, 2003: 4-5). Για τις ανάγκες των παρτιτουρών τα τραγούδια διασκευάζονταν κυρίως (αλλά όχι μόνο) για πιάνο ή για πιάνο και φωνή, σε γενικές γραμμές χωρίς σύνθετα εκτελεστικά ζητούμενα. Οι πολυοργανικές ή οι τεχνικά απαιτητικές ενορχηστρώσεις αποφεύγονταν συστηματικά. Κάτω από τις νότες της μελωδικής ανάπτυξης των τραγουδιστικών μερών τυπώνονταν οι στίχοι και, ενίοτε, και μεταφράσεις τους σε άλλες γλώσσες. Ως επί το πλείστον, οι παρτιτούρες είναι δίφυλλες ή τετράφυλλες και συνοδεύονται από το φιλοτεχνημένο με σχετική θεματολογία εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο.

Η εν λόγω παρτιτούρα περιέχει διασκευή με ελληνικούς στίχους του Λεωνίδα Κατσουρόπουλου του ιταλικού tango "Natale" σε μουσική και στίχους του Eldo di Lazzaro.

Στο μονόχρωμο εξώφυλλο, το οποίο κοσμεί φωτογραφία του Λεωνίδα Κατσουρόπουλου (αναφέρεται ως δημιουργός του τραγουδιού), αναγράφεται ο τίτλος του τραγουδιού, ο εκδότης, «Τιμάται Δρχ. 14», «Τραγουδάκι - ταγκό» και φέρει σφραγίδα του Μουσικού Οίκου Κωνσταντινίδου. Στο μονόχρωμο οπισθόφυλλο περιλαμβάνεται διαφημιστική καταχώρηση του εκδοτικού οίκου.

Πρόκειται για παρτιτούρα με σύστημα τριών πενταγράμμων (δύο για το πιάνο και ένα για τη φωνή).

Το tango αποτελεί ένα από τα βασικά μουσικά στοιχεία της εθνικής ταυτότητας της μοντέρνας Αργεντινής. Γεννιέται στο περιθωριοποιημένο περιβάλλον του λιμανιού του Μπουένος Άιρες, αλλά σύντομα κατακτά την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, όπου το μεταφέρουν περιοδεύοντες Αργεντίνοι μουσικοί και χορευτές κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Η αποδοχή του από τις ανώτερες και μεσαίες τάξεις οφείλεται στον μετασχηματισμό του από μια πολυπολιτισμική μουσική έκφραση του υποκόσμου, σε μια μουσικοχορευτική για τους λευκούς, και στην θεματολογική του κάθαρση από τις απροκάλυπτα αισθησιακές του καταβολές. Οι πρωτογενώς περιθωριακοί τύποι και η προκλητική τους οριακότητα αντικαθίσταται από γραφικούς χαρακτήρες που εμφορούνται από ασίγαστα, πλην όμως στιλιζαρισμένα ερωτικά πάθη. Προκύπτει έτσι ένα «τιθασευμένο» μουσικό είδος που ανακαλεί μια ρομαντική Αργεντινή. Το ταγκό κατακλύζει τα παρισινά καμπαρέ, και η αρχικά στοχευμένη δημοφιλία του σύντομα εξελίσσεται σε πλατιά απήχηση. Δισκογραφικές εταιρείες, συνθέτες και ορχήστρες το διαχειρίζονται ως αναπόσπαστο στοιχείο της δραστηριότητάς τους. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και στις αρχές της δεκαετίας του 1930 η Ελλάδα ενδίδει στην «ταγκομανία». Κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου το ταγκό έχει κεντρική θέση στο ρεπερτόριο του ελαφρού τραγουδιού και εμπλουτίζει τους δισκογραφικούς καταλόγους με εκατοντάδες πρωτότυπες συνθέσεις, που συμπληρώνουν τις συστηματικές διασκευές δημοφιλών κομματιών, ευρωπαϊκής κυρίως προέλευσης, που ντύνονται με ελληνικούς στίχους.

Στην ελληνόφωνη ιστορική δισκογραφία το τραγούδι ηχογραφήθηκε δύο φορές:
«Δυο μαύρα μάτια», Πάνος Βισβάρδης – Δανάη Στρατηγοπούλου, Αθήνα, 1937 (His Master’s Voice OGA 607-1 – AO 2414 και επανέκδοση RCA Victor C8FB-0108 - 26-8345 και Orthophonic S-460-B)
«Δυο μαύρα μάτια», Τέτος Δημητριάδης Ιωάννα Γράμμα, ΗΠΑ, 1945 (Standard F-9009-A)

Στην ιταλική ιστορική δισκογραφία έχουν εντοπιστεί δύο ηχογραφήσεις του τραγουδιού:
"Natale", Renzo Mori Orchestra de Ballo, Μιλάνο, 12 Ιανουαρίου 1933 (Gramophone 0M 1086-2 100-2148, GW 111)
– "Natale", Fernando Orlandis Jazz Orchestra Semprini, Μιλάνο, 1935 (Fonit 6312-A)

Η ιταλική παρτιτούρα εκδόθηκε το 1933 στο Μιλάνο από τις εκδόσεις Melodi (βλ. εδώ, εδώ και εδώ).

Οι ιστορικές πηγές υπογραμμίζουν τις στενές σχέσεις μεταξύ της ιταλόφωνης και της ελληνόφωνης μουσικής. Οι συνομιλίες που αναπτύχθηκαν μεταξύ συγκεκριμένων τόπων, όπως τα νησιά του Ιονίου, τα Δωδεκάνησα και η Πάτρα, με ιταλικές πόλεις, και τα αποτελέσματά τους είναι αρκετά ώστε να αναδείξουν τους ισχυρούς δεσμούς μεταξύ των δύο εθνοπολιτισμικών ομάδων. Επιπλέον, σχέσεις σφυρηλατήθηκαν σε τόπους όπου οι δυο εθνότητες έζησαν μαζί. Όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση της κοσμοπολίτικης Σμύρνης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ή σε αυτήν της Νέας Υόρκης, όπου Ιταλοί και Έλληνες μετέβησαν ως μετανάστες. Η εν λόγω ηχογράφηση ανήκει σε ένα corpus ηχογραφημένων τραγουδιών, στα οποία οι Έλληνες πρωταγωνιστές δανείστηκαν μουσική ή/και στίχο από προϋπάρχοντα ιταλόφωνα. Τα τραγούδια αυτά εξέβαλαν στον ελληνόφωνο κόσμο είτε διά της ευθείας οδού, είτε δια της τεθλασμένης, μέσω άλλων ρεπερτοριακών δικτύων. Σε κάθε περίπτωση, η διακίνηση μουσικών αποτελεί ήδη πραγματικότητα πριν τον 20ό αιώνα, με τις περιοδείες των θεατρικών και μουσικών παραστάσεων αλλά και με τα δίκτυα των μουσικών εκδοτικών οίκων. Η δισκογραφία όχι μόνο ενσωματώνεται σε αυτό το πλαίσιο, αλλά διαδραματίζει καίριο ρόλο στον μετασχηματισμό του. Η οικειοποίηση των τραγουδιών αυτών από την πλευρά των Ελλήνων μουσικών είναι διττή: αφορά αφενός τον στίχο ο οποίος πλέον είναι ελληνικός (συχνά, μάλιστα, δεν έχει καμία σχέση με τον πρωτότυπο), αλλά, αφετέρου, αφορά και τις πρακτικές εκτέλεσης: διαφορετικό οργανολόγιο, διαφορετικό τραγουδιστικό ύφος, συχνά διαφοροποιήσεις στις μελωδικές και ρυθμικές φόρμες, αλλά και στις αρμονίες. Οι Έλληνες μουσικοί προσαρμόζουν αυτό που ακούν στη δική τους συνθήκη, με βάση τις δικές τους δυνατότητες. Η δισκογραφία αλλά και οι παρτιτούρες έχουν ήδη προσφέρει σημαντικά εργαλεία στην κατανόηση των σχέσεων που αναπτύχθηκαν μεταξύ των «εθνικών» ρεπερτορίων. Αποτέλεσμα της εν εξελίξει έρευνας είναι ο «Κοσμοπολιτισμός στην Ελληνική Ιστορική Δισκογραφία».


Το τραγούδι εμφανίζεται και στο ουγγρικό ρεπερτόριο. Ενδεικτικά:
"A szemed", Szabó Miklós, Ουγγαρία, 1959 (Qualiton M-3951  OK-6626-a)
"ТВОИ ГЛАЗА", АНДРАШ ВАРГА (Andras Varga), Μόσχα, 1958 (Artel "Gramplastmass" [GPT matrices] 29629 - 29629)

Ηχογραφήθηκε, επίσης, από τον Kalmár Pál (βλ. εδώ) και από τον Vajda Károly (βλ. εδώ).

Το τραγούδι εντοπίζεται και στην τουρκική δισκογραφία. Συγκεκριμένα το 1938 η Birsen Alan ηχογραφεί στην Ισταμπούλ το "O Siyah Gözler" (Odeon 270216).

Έρευνα και κείμενο: Γιώργος Ευαγγέλου, Λεονάρδος Κουνάδης και Νίκος Ορδουλίδης

Δημιουργός (Συνθέτης):
Στιχουργός:
[Ιταλικοί στίχοι: Di Lazzaro Eldo]
Κατσουρόπουλος Λέων
Χρονολογία έκδοσης:
1937
Τόπος έκδοσης:
Αθήνα
Γλώσσα/ες:
Ελληνικά
Πρώτες λέξεις:
Δυο μαύρα μάτια μ' είχαν τρελάνει ένα δείλι
Εκδότης:
Εκδόσεις Γαϊτάνου, Στοά Αρσακείου 10, Αθήνα
Έκδοση:
1
Κωδικός έκδοσης:
Μ. 1447 Γ.
Πρωτότυπα δικαιώματα:
Γαϊτάνος Μιχαήλ
Χειρόγραφο σημείωμα:
Ναι (Αικατερίνη)
Φυσική περιγραφή:
Χαρτί, 4 σελίδες, 32 X 24 εκ., καλή κατάσταση
Προέλευση:
Αρχείο Κουνάδη
Αναγνωριστικό:
201804171505_D
Άδεια χρήσης:
cc
Παραπομπή:
Αρχείο Κουνάδη, "Δυο μαύρα μάτια", 2019, https://vmrebetiko.gr/item?id=807
Στίχοι:
Δυο μαύρα μάτια μ' είχαν τρελάνει ένα δείλι
μ' είχαν πλανέψει, μου πήραν τη καρδιά

Λίγα φιλάκια μου 'χανε δώσει δυο χείλη
και από τότε λέω κάθε βραδιά

Τα μάτια, τα δικά σου τα μάτια
τα μάτια που έχουν τόση γλύκα
σ' το λέω αληθινά, άλλα δεν βρήκα
χωρίς εσέ δεν θέλω ούτε παλάτια
για μένα ο κόσμος είν' τα δυο σου μάτια

PDF cannot be displayed, please update.

Από την αρχαιότητα, η μουσική καταγραφή αποτέλεσε τον καθαυτό τρόπο οπτικής αναπαράστασης του ηχητικού φαινομένου, άλλοτε με λεπτομέρεια και άλλοτε υπό την μορφή οδηγού. Διαχρονικά, η οπτική αποτύπωση της μουσικής υπήρξε ο μοναδικός τρόπος για την αποθήκευση και την διατήρησή της στο χρόνο, αλλά και το αποκλειστικό μέσο για την αναπαραγωγή της. Σε κάθε περίπτωση, η οπτική μεταφορά θα πρέπει να λογιστεί ως επικουρικό εργαλείο, καθώς η προφορική διάδοση και η αποθήκευση στην μνήμη των καλλιτεχνών αποτέλεσαν τις πλέον διαχρονικές τεχνικές για την διάχυση της μουσικής μέσα στον χρόνο και τον χώρο. Κατά την επονομαζόμενη σήμερα «κλασική» μουσική περίοδο της Ευρώπης, με τα ισχυρότατα κέντρα παραγωγής της, όπως οι σημερινές Αυστρία, Γερμανία, Γαλλία και Ιταλία, και ειδικά στην πορεία της προς τον Ρομαντισμό, η μουσική καταγραφή, η παρτιτούρα, λογίστηκε από ορισμένους συνθέτες ως η καθαυτή ενσάρκωση του έργου τους.

Όπως είναι λογικό, στον νεωτερικό καπιταλιστικό κόσμο, η μουσική καταγραφή, ως το βασικό εργαλείο υποστασιοποίησης της μουσικής, ενέταξε υπό την σκέπη της και ρεπερτόρια τα οποία δεν συνδέθηκαν, δεν διαδόθηκαν και δεν λειτούργησαν με βάση την καταγραφή τους. Αυτό πρόσφερε στα κέντρα πώλησης μουσικών προϊόντων ένα πρόσθετο εργαλείο για την επέκταση του δικτύου δράσης τους: οι μη-λόγιες μουσικές απέκτησαν έναν πρόσφορο τρόπο διακίνησής τους, ενισχύοντας την δημοφιλία τους, ακόμη και σε τόπους πολύ μακρινούς από αυτούς της αρχικής τους δημιουργίας. Στα τέλη του 19ου αιώνα, όμως, το φαινόμενο της ηχογράφησης και αναπαραγωγής του ήχου ήρθε να αναδιατάξει τις σχέσεις, και να αποδιοργανώσει το status quo των εκδοτικών οίκων, διεκδικώντας κομμάτι της αγοράς, προσφέροντας ένα προϊόν εξαιρετικά πιο ολοκληρωμένο και άμεσο. Οι εκδοτικοί οίκοι προσπάθησαν μεν να αντιδράσουν με νομικά μέτρα, κατέστην όμως αδύνατη η ανακοπή της δυναμικής του νέου φαινομένου: η επικράτηση της εμπορικής δισκογραφίας είναι πλέον γεγονός, στο μεγαλύτερο κομμάτι του 20ού αιώνα.

Όσον αφορά τις μη-λόγιες μουσικές, οι εμπορικές έντυπες παρτιτούρες αποτελούν εκδόσεις των μουσικών κειμένων τραγουδιών ή ορχηστρικών κομματιών (για την εκδοτική δραστηριότητα στην Ελλάδα βλ. Lerch-Kalavrytinos, 2003: 4-5). Για τις ανάγκες των παρτιτουρών τα τραγούδια διασκευάζονταν κυρίως (αλλά όχι μόνο) για πιάνο ή για πιάνο και φωνή, σε γενικές γραμμές χωρίς σύνθετα εκτελεστικά ζητούμενα. Οι πολυοργανικές ή οι τεχνικά απαιτητικές ενορχηστρώσεις αποφεύγονταν συστηματικά. Κάτω από τις νότες της μελωδικής ανάπτυξης των τραγουδιστικών μερών τυπώνονταν οι στίχοι και, ενίοτε, και μεταφράσεις τους σε άλλες γλώσσες. Ως επί το πλείστον, οι παρτιτούρες είναι δίφυλλες ή τετράφυλλες και συνοδεύονται από το φιλοτεχνημένο με σχετική θεματολογία εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο.

Η εν λόγω παρτιτούρα περιέχει διασκευή με ελληνικούς στίχους του Λεωνίδα Κατσουρόπουλου του ιταλικού tango "Natale" σε μουσική και στίχους του Eldo di Lazzaro.

Στο μονόχρωμο εξώφυλλο, το οποίο κοσμεί φωτογραφία του Λεωνίδα Κατσουρόπουλου (αναφέρεται ως δημιουργός του τραγουδιού), αναγράφεται ο τίτλος του τραγουδιού, ο εκδότης, «Τιμάται Δρχ. 14», «Τραγουδάκι - ταγκό» και φέρει σφραγίδα του Μουσικού Οίκου Κωνσταντινίδου. Στο μονόχρωμο οπισθόφυλλο περιλαμβάνεται διαφημιστική καταχώρηση του εκδοτικού οίκου.

Πρόκειται για παρτιτούρα με σύστημα τριών πενταγράμμων (δύο για το πιάνο και ένα για τη φωνή).

Το tango αποτελεί ένα από τα βασικά μουσικά στοιχεία της εθνικής ταυτότητας της μοντέρνας Αργεντινής. Γεννιέται στο περιθωριοποιημένο περιβάλλον του λιμανιού του Μπουένος Άιρες, αλλά σύντομα κατακτά την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, όπου το μεταφέρουν περιοδεύοντες Αργεντίνοι μουσικοί και χορευτές κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Η αποδοχή του από τις ανώτερες και μεσαίες τάξεις οφείλεται στον μετασχηματισμό του από μια πολυπολιτισμική μουσική έκφραση του υποκόσμου, σε μια μουσικοχορευτική για τους λευκούς, και στην θεματολογική του κάθαρση από τις απροκάλυπτα αισθησιακές του καταβολές. Οι πρωτογενώς περιθωριακοί τύποι και η προκλητική τους οριακότητα αντικαθίσταται από γραφικούς χαρακτήρες που εμφορούνται από ασίγαστα, πλην όμως στιλιζαρισμένα ερωτικά πάθη. Προκύπτει έτσι ένα «τιθασευμένο» μουσικό είδος που ανακαλεί μια ρομαντική Αργεντινή. Το ταγκό κατακλύζει τα παρισινά καμπαρέ, και η αρχικά στοχευμένη δημοφιλία του σύντομα εξελίσσεται σε πλατιά απήχηση. Δισκογραφικές εταιρείες, συνθέτες και ορχήστρες το διαχειρίζονται ως αναπόσπαστο στοιχείο της δραστηριότητάς τους. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και στις αρχές της δεκαετίας του 1930 η Ελλάδα ενδίδει στην «ταγκομανία». Κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου το ταγκό έχει κεντρική θέση στο ρεπερτόριο του ελαφρού τραγουδιού και εμπλουτίζει τους δισκογραφικούς καταλόγους με εκατοντάδες πρωτότυπες συνθέσεις, που συμπληρώνουν τις συστηματικές διασκευές δημοφιλών κομματιών, ευρωπαϊκής κυρίως προέλευσης, που ντύνονται με ελληνικούς στίχους.

Στην ελληνόφωνη ιστορική δισκογραφία το τραγούδι ηχογραφήθηκε δύο φορές:
«Δυο μαύρα μάτια», Πάνος Βισβάρδης – Δανάη Στρατηγοπούλου, Αθήνα, 1937 (His Master’s Voice OGA 607-1 – AO 2414 και επανέκδοση RCA Victor C8FB-0108 - 26-8345 και Orthophonic S-460-B)
«Δυο μαύρα μάτια», Τέτος Δημητριάδης Ιωάννα Γράμμα, ΗΠΑ, 1945 (Standard F-9009-A)

Στην ιταλική ιστορική δισκογραφία έχουν εντοπιστεί δύο ηχογραφήσεις του τραγουδιού:
"Natale", Renzo Mori Orchestra de Ballo, Μιλάνο, 12 Ιανουαρίου 1933 (Gramophone 0M 1086-2 100-2148, GW 111)
– "Natale", Fernando Orlandis Jazz Orchestra Semprini, Μιλάνο, 1935 (Fonit 6312-A)

Η ιταλική παρτιτούρα εκδόθηκε το 1933 στο Μιλάνο από τις εκδόσεις Melodi (βλ. εδώ, εδώ και εδώ).

Οι ιστορικές πηγές υπογραμμίζουν τις στενές σχέσεις μεταξύ της ιταλόφωνης και της ελληνόφωνης μουσικής. Οι συνομιλίες που αναπτύχθηκαν μεταξύ συγκεκριμένων τόπων, όπως τα νησιά του Ιονίου, τα Δωδεκάνησα και η Πάτρα, με ιταλικές πόλεις, και τα αποτελέσματά τους είναι αρκετά ώστε να αναδείξουν τους ισχυρούς δεσμούς μεταξύ των δύο εθνοπολιτισμικών ομάδων. Επιπλέον, σχέσεις σφυρηλατήθηκαν σε τόπους όπου οι δυο εθνότητες έζησαν μαζί. Όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση της κοσμοπολίτικης Σμύρνης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ή σε αυτήν της Νέας Υόρκης, όπου Ιταλοί και Έλληνες μετέβησαν ως μετανάστες. Η εν λόγω ηχογράφηση ανήκει σε ένα corpus ηχογραφημένων τραγουδιών, στα οποία οι Έλληνες πρωταγωνιστές δανείστηκαν μουσική ή/και στίχο από προϋπάρχοντα ιταλόφωνα. Τα τραγούδια αυτά εξέβαλαν στον ελληνόφωνο κόσμο είτε διά της ευθείας οδού, είτε δια της τεθλασμένης, μέσω άλλων ρεπερτοριακών δικτύων. Σε κάθε περίπτωση, η διακίνηση μουσικών αποτελεί ήδη πραγματικότητα πριν τον 20ό αιώνα, με τις περιοδείες των θεατρικών και μουσικών παραστάσεων αλλά και με τα δίκτυα των μουσικών εκδοτικών οίκων. Η δισκογραφία όχι μόνο ενσωματώνεται σε αυτό το πλαίσιο, αλλά διαδραματίζει καίριο ρόλο στον μετασχηματισμό του. Η οικειοποίηση των τραγουδιών αυτών από την πλευρά των Ελλήνων μουσικών είναι διττή: αφορά αφενός τον στίχο ο οποίος πλέον είναι ελληνικός (συχνά, μάλιστα, δεν έχει καμία σχέση με τον πρωτότυπο), αλλά, αφετέρου, αφορά και τις πρακτικές εκτέλεσης: διαφορετικό οργανολόγιο, διαφορετικό τραγουδιστικό ύφος, συχνά διαφοροποιήσεις στις μελωδικές και ρυθμικές φόρμες, αλλά και στις αρμονίες. Οι Έλληνες μουσικοί προσαρμόζουν αυτό που ακούν στη δική τους συνθήκη, με βάση τις δικές τους δυνατότητες. Η δισκογραφία αλλά και οι παρτιτούρες έχουν ήδη προσφέρει σημαντικά εργαλεία στην κατανόηση των σχέσεων που αναπτύχθηκαν μεταξύ των «εθνικών» ρεπερτορίων. Αποτέλεσμα της εν εξελίξει έρευνας είναι ο «Κοσμοπολιτισμός στην Ελληνική Ιστορική Δισκογραφία».


Το τραγούδι εμφανίζεται και στο ουγγρικό ρεπερτόριο. Ενδεικτικά:
"A szemed", Szabó Miklós, Ουγγαρία, 1959 (Qualiton M-3951  OK-6626-a)
"ТВОИ ГЛАЗА", АНДРАШ ВАРГА (Andras Varga), Μόσχα, 1958 (Artel "Gramplastmass" [GPT matrices] 29629 - 29629)

Ηχογραφήθηκε, επίσης, από τον Kalmár Pál (βλ. εδώ) και από τον Vajda Károly (βλ. εδώ).

Το τραγούδι εντοπίζεται και στην τουρκική δισκογραφία. Συγκεκριμένα το 1938 η Birsen Alan ηχογραφεί στην Ισταμπούλ το "O Siyah Gözler" (Odeon 270216).

Έρευνα και κείμενο: Γιώργος Ευαγγέλου, Λεονάρδος Κουνάδης και Νίκος Ορδουλίδης

Δημιουργός (Συνθέτης):
Στιχουργός:
[Ιταλικοί στίχοι: Di Lazzaro Eldo]
Κατσουρόπουλος Λέων
Χρονολογία έκδοσης:
1937
Τόπος έκδοσης:
Αθήνα
Γλώσσα/ες:
Ελληνικά
Πρώτες λέξεις:
Δυο μαύρα μάτια μ' είχαν τρελάνει ένα δείλι
Εκδότης:
Εκδόσεις Γαϊτάνου, Στοά Αρσακείου 10, Αθήνα
Έκδοση:
1
Κωδικός έκδοσης:
Μ. 1447 Γ.
Πρωτότυπα δικαιώματα:
Γαϊτάνος Μιχαήλ
Χειρόγραφο σημείωμα:
Ναι (Αικατερίνη)
Φυσική περιγραφή:
Χαρτί, 4 σελίδες, 32 X 24 εκ., καλή κατάσταση
Προέλευση:
Αρχείο Κουνάδη
Αναγνωριστικό:
201804171505_D
Άδεια χρήσης:
cc
Παραπομπή:
Αρχείο Κουνάδη, "Δυο μαύρα μάτια", 2019, https://vmrebetiko.gr/item?id=807
Στίχοι:
Δυο μαύρα μάτια μ' είχαν τρελάνει ένα δείλι
μ' είχαν πλανέψει, μου πήραν τη καρδιά

Λίγα φιλάκια μου 'χανε δώσει δυο χείλη
και από τότε λέω κάθε βραδιά

Τα μάτια, τα δικά σου τα μάτια
τα μάτια που έχουν τόση γλύκα
σ' το λέω αληθινά, άλλα δεν βρήκα
χωρίς εσέ δεν θέλω ούτε παλάτια
για μένα ο κόσμος είν' τα δυο σου μάτια

Σχετικά τεκμήρια

Δείτε επίσης