Σμυρναίικο μινόρε

Ο όρος «Μινόρε» εμφανίζεται στην σμυρναϊκή δισκογραφία στις αρχές του 1900 και αφορά τον μανέ, δηλαδή, μια αλά γκρέκα φόρμα, όπου πρωταγωνιστεί φωνητικός αυτοσχεδιασμός επάνω σε ένα δίστιχο. Από τότε, η ίδια ακριβώς μουσική μήτρα εμφανίζεται τουλάχιστον ακόμη 60 φορές, στη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα και την Νέα Υόρκη. Οι τίτλοι στις ετικέτες ποικίλουν. Από τις ιστορικές πηγές κατανοούμε πως ο όρος όχι απλά είναι ενεργός στο ελληνόγλωσσο γλωσσάρι της Σμύρνης, αλλά χρησιμοποιείται περισσότερο για να περιγράψει μια πολύ πιο σύνθετη οντότητα, παρά μια απλή θεωρητική οδηγία. Για αναλυτικές παρουσιάσεις του Μινόρε μανέ και γενικότερα των αλά γκρέκα μανέδων βλ. Κουνάδης (2010, 1: 45), Κοκκώνης (2017: 112), Ορδουλίδης (2018), Κούνας (2019).

Στην φόρμα του μανέ, η οποία στην πλειοψηφία των ηχογραφήσεων παραμένει ακριβώς η ίδια (Εισαγωγή – Α΄ στίχος – Ενδιάμεσο θέμα – Β΄ στίχος – Γύρισμα), το τελευταίο μέρος αποτελείται από το «γύρισμα», μια αλλαγή ατμόσφαιρας που εμπλέκει καινούργιους σκοπούς με νέα ρυθμικά χαρακτηριστικά. Οι ρυθμοί που συνήθως εκτελούνται στο γύρισμα είναι χόρες, βαλς και σίρμπες. Στην περίπτωση του “Σμυρνέικο μανέ μινόρε”, με τραγουδιστή τον Λευτέρη Μενεμενλή που ηχογραφήθηκε το 1911, του “Μινόρε μανές”, με τραγουδιστή τον Παντελή Βολιώτη που ηχογραφήθηκε περίπου το 1911 και του παρόντος “Σμυρναίικο μινόρε”, με τραγουδίστρια την Μαρίκα Παπαγκίκα που ηχογραφήθηκε περίπου τον Ιούλιο του 1919, το γύρισμα αποτελεί ένα βαλς. Πρόκειται για μια μελωδία που συχνά, στην σχετική φιλολογία, συνδέεται με την Σμύρνη.

Το συγκεκριμένο έργο προέρχεται από το ρώσικο ρεπερτόριο και ονομάζεται “Ожидание” (ozidanie, expectation, προσμονή). Πρόκειται για έργο το οποίο συνέθεσε ο Herold Kitler (Герольд Лаврентьевич Китлер, 1847–1916) και έχει περάσει στην ιστορική δισκογραφία, με βάση τις πηγές, από το 1901 σε διάφορες μορφές: συμφωνικές, πιανιστικές, τραγούδι (βλ. την ιστοσελίδα του αρχείου του Yuri Bernikov). Επιπλέον, το έργο φαίνεται πως οικειοποιήθηκαν και οι ασκενάζι μουσικοί και, έτσι, πέρασε και στο εβραϊκό ρεπερτόριο, αρχικά με τον τίτλο “Warten”, που σημαίνει προσμονή στα Yiddish, ηχογραφημένο στη Νέα Υόρκη από την Kirilloff Russian Balalaika Orchestra και αργότερα με τον τίτλο “Ershter Vals”, ηχογραφημένο από τον Chaim Tauber σε μορφή τραγουδιού.

Ο συγκρητισμός που παρατηρείται στις μουσικές πραγματώσεις των περιοχών όπου έζησαν και ηχογράφησαν Έλληνες, κυρίως στο κομμάτι των λαϊκών παραδόσεων, είναι μνημειώδης. Μία ακρόαση της ιστορικής δισκογραφίας, η οποία ξεκινάει στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα, στη Σμύρνη, στην Κωνσταντινούπολη και στην Νέα Υόρκη από το 1900, είναι αρκετή. Ένα ουσιαστικό κομμάτι αυτού του συγκρητισμού αφορά τους εβραίους, οι οποίοι αποτελούν βασικούς αγωγούς στην ανεπανάληπτη σε ποικιλία πολιτισμική παρακαταθήκη του ελληνόφωνου κόσμου. Δανείζονται και δανείζουν, αλλά και κουβαλούν πιο μακρινές παραδόσεις από τα μέρη που ζούσαν προηγουμένως και τους τόπους που ταξίδεψαν. Αποτελούν βασικούς συνομιλητές στην ελληνική οικουμένη, μαζί με μουσουλμάνους Οθωμανούς και Τούρκους, ορθόδοξους Έλληνες και Αρμένιους χριστιανούς, καθολικούς Έλληνες και λεβαντίνους, και συνθέτουν ένα πλούσιο μουσικό μωσαϊκό, το οποίο αποτελείται από ετερογενή αλλά αλληλοπεριχωρητικά παλίμψηστα: μία δεξαμενή στην οποία ο καθένας προσθέτει και από την οποία ο καθένας λαμβάνει.

Στην υπό εξέταση ιστορική δισκογραφία έχουν εντοπιστεί πλείστες όσες περιπτώσεις μελωδιών, οι οποίες αποτελούν και σήμερα μέρος του ρεπερτορίου τόσο των Ελλήνων όσο και των Εβραίων. Όσον αφορά στους Σεφαραδίτες Εβραίους, οι κατηγορίες είναι δύο: είτε πρόκειται για Έλληνες, Εβραίους στο θρήσκευμα, οι οποίοι αλληλοδανείζονται με τους Ορθόδοξους Έλληνες, είτε πρόκειται για δάνεια από μη ελληνικά σεφαραδίτικα ρεπερτόρια, τα οποία συνομιλούν με τα ελληνικά. Όσον αφορά δε τους Ασκενάζι, πρόκειται για ένα corpus δισκογραφικού υλικού, στο οποίο εντοπίστηκαν εκδοχές των ίδιων έργων τόσο στο ελληνικό ρεπερτόριο όσο και στο ασκενάζι, το οποίο συχνά απαντά ως klezmer/Yiddish.

Έρευνα και κείμενο: Νίκος Ορδουλίδης

Δημιουργός (Συνθέτης):
Στιχουργός:
Άγνωστος
Τραγουδιστές:
Παπαγκίκα Μαρίκα
Ορχήστρα-Εκτελεστές:
Βιολί, τσέλο, τσίμπαλο
Χρονολογία ηχογράφησης:
07/1919 (;)
Τόπος ηχογράφησης:
Νέα Υόρκη
Γλώσσα/ες:
Ελληνικά
Εκδότης:
Columbia USA
Αριθμός καταλόγου:
E-7151
Αριθμός μήτρας:
85356-3
Διάρκεια:
3:29
Θέση τεκμηρίου:
Δισκοθήκη Αρχείου Κουνάδη
Φυσική περιγραφή:
Δίσκος 10'' (25 εκατοστών)
Προέλευση:
Αρχείο Κουνάδη
Αναγνωριστικό:
Col_E7151_SmyrnaiikoMinore
Άδεια χρήσης:
cc
Παραπομπή:
Αρχείο Κουνάδη, "Σμυρναίικο μινόρε", 2019, https://vmrebetiko.gr/item?id=4602

Ο όρος «Μινόρε» εμφανίζεται στην σμυρναϊκή δισκογραφία στις αρχές του 1900 και αφορά τον μανέ, δηλαδή, μια αλά γκρέκα φόρμα, όπου πρωταγωνιστεί φωνητικός αυτοσχεδιασμός επάνω σε ένα δίστιχο. Από τότε, η ίδια ακριβώς μουσική μήτρα εμφανίζεται τουλάχιστον ακόμη 60 φορές, στη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα και την Νέα Υόρκη. Οι τίτλοι στις ετικέτες ποικίλουν. Από τις ιστορικές πηγές κατανοούμε πως ο όρος όχι απλά είναι ενεργός στο ελληνόγλωσσο γλωσσάρι της Σμύρνης, αλλά χρησιμοποιείται περισσότερο για να περιγράψει μια πολύ πιο σύνθετη οντότητα, παρά μια απλή θεωρητική οδηγία. Για αναλυτικές παρουσιάσεις του Μινόρε μανέ και γενικότερα των αλά γκρέκα μανέδων βλ. Κουνάδης (2010, 1: 45), Κοκκώνης (2017: 112), Ορδουλίδης (2018), Κούνας (2019).

Στην φόρμα του μανέ, η οποία στην πλειοψηφία των ηχογραφήσεων παραμένει ακριβώς η ίδια (Εισαγωγή – Α΄ στίχος – Ενδιάμεσο θέμα – Β΄ στίχος – Γύρισμα), το τελευταίο μέρος αποτελείται από το «γύρισμα», μια αλλαγή ατμόσφαιρας που εμπλέκει καινούργιους σκοπούς με νέα ρυθμικά χαρακτηριστικά. Οι ρυθμοί που συνήθως εκτελούνται στο γύρισμα είναι χόρες, βαλς και σίρμπες. Στην περίπτωση του “Σμυρνέικο μανέ μινόρε”, με τραγουδιστή τον Λευτέρη Μενεμενλή που ηχογραφήθηκε το 1911, του “Μινόρε μανές”, με τραγουδιστή τον Παντελή Βολιώτη που ηχογραφήθηκε περίπου το 1911 και του παρόντος “Σμυρναίικο μινόρε”, με τραγουδίστρια την Μαρίκα Παπαγκίκα που ηχογραφήθηκε περίπου τον Ιούλιο του 1919, το γύρισμα αποτελεί ένα βαλς. Πρόκειται για μια μελωδία που συχνά, στην σχετική φιλολογία, συνδέεται με την Σμύρνη.

Το συγκεκριμένο έργο προέρχεται από το ρώσικο ρεπερτόριο και ονομάζεται “Ожидание” (ozidanie, expectation, προσμονή). Πρόκειται για έργο το οποίο συνέθεσε ο Herold Kitler (Герольд Лаврентьевич Китлер, 1847–1916) και έχει περάσει στην ιστορική δισκογραφία, με βάση τις πηγές, από το 1901 σε διάφορες μορφές: συμφωνικές, πιανιστικές, τραγούδι (βλ. την ιστοσελίδα του αρχείου του Yuri Bernikov). Επιπλέον, το έργο φαίνεται πως οικειοποιήθηκαν και οι ασκενάζι μουσικοί και, έτσι, πέρασε και στο εβραϊκό ρεπερτόριο, αρχικά με τον τίτλο “Warten”, που σημαίνει προσμονή στα Yiddish, ηχογραφημένο στη Νέα Υόρκη από την Kirilloff Russian Balalaika Orchestra και αργότερα με τον τίτλο “Ershter Vals”, ηχογραφημένο από τον Chaim Tauber σε μορφή τραγουδιού.

Ο συγκρητισμός που παρατηρείται στις μουσικές πραγματώσεις των περιοχών όπου έζησαν και ηχογράφησαν Έλληνες, κυρίως στο κομμάτι των λαϊκών παραδόσεων, είναι μνημειώδης. Μία ακρόαση της ιστορικής δισκογραφίας, η οποία ξεκινάει στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα, στη Σμύρνη, στην Κωνσταντινούπολη και στην Νέα Υόρκη από το 1900, είναι αρκετή. Ένα ουσιαστικό κομμάτι αυτού του συγκρητισμού αφορά τους εβραίους, οι οποίοι αποτελούν βασικούς αγωγούς στην ανεπανάληπτη σε ποικιλία πολιτισμική παρακαταθήκη του ελληνόφωνου κόσμου. Δανείζονται και δανείζουν, αλλά και κουβαλούν πιο μακρινές παραδόσεις από τα μέρη που ζούσαν προηγουμένως και τους τόπους που ταξίδεψαν. Αποτελούν βασικούς συνομιλητές στην ελληνική οικουμένη, μαζί με μουσουλμάνους Οθωμανούς και Τούρκους, ορθόδοξους Έλληνες και Αρμένιους χριστιανούς, καθολικούς Έλληνες και λεβαντίνους, και συνθέτουν ένα πλούσιο μουσικό μωσαϊκό, το οποίο αποτελείται από ετερογενή αλλά αλληλοπεριχωρητικά παλίμψηστα: μία δεξαμενή στην οποία ο καθένας προσθέτει και από την οποία ο καθένας λαμβάνει.

Στην υπό εξέταση ιστορική δισκογραφία έχουν εντοπιστεί πλείστες όσες περιπτώσεις μελωδιών, οι οποίες αποτελούν και σήμερα μέρος του ρεπερτορίου τόσο των Ελλήνων όσο και των Εβραίων. Όσον αφορά στους Σεφαραδίτες Εβραίους, οι κατηγορίες είναι δύο: είτε πρόκειται για Έλληνες, Εβραίους στο θρήσκευμα, οι οποίοι αλληλοδανείζονται με τους Ορθόδοξους Έλληνες, είτε πρόκειται για δάνεια από μη ελληνικά σεφαραδίτικα ρεπερτόρια, τα οποία συνομιλούν με τα ελληνικά. Όσον αφορά δε τους Ασκενάζι, πρόκειται για ένα corpus δισκογραφικού υλικού, στο οποίο εντοπίστηκαν εκδοχές των ίδιων έργων τόσο στο ελληνικό ρεπερτόριο όσο και στο ασκενάζι, το οποίο συχνά απαντά ως klezmer/Yiddish.

Έρευνα και κείμενο: Νίκος Ορδουλίδης

Δημιουργός (Συνθέτης):
Στιχουργός:
Άγνωστος
Τραγουδιστές:
Παπαγκίκα Μαρίκα
Ορχήστρα-Εκτελεστές:
Βιολί, τσέλο, τσίμπαλο
Χρονολογία ηχογράφησης:
07/1919 (;)
Τόπος ηχογράφησης:
Νέα Υόρκη
Γλώσσα/ες:
Ελληνικά
Εκδότης:
Columbia USA
Αριθμός καταλόγου:
E-7151
Αριθμός μήτρας:
85356-3
Διάρκεια:
3:29
Θέση τεκμηρίου:
Δισκοθήκη Αρχείου Κουνάδη
Φυσική περιγραφή:
Δίσκος 10'' (25 εκατοστών)
Προέλευση:
Αρχείο Κουνάδη
Αναγνωριστικό:
Col_E7151_SmyrnaiikoMinore
Άδεια χρήσης:
cc
Παραπομπή:
Αρχείο Κουνάδη, "Σμυρναίικο μινόρε", 2019, https://vmrebetiko.gr/item?id=4602

Σχετικά τεκμήρια

Δείτε επίσης