Miserlou

Στις αρχές του 20ού αιώνα η Ευρώπη βρίσκεται σε ειρήνη και ευημερία. Η «Ωραία Εποχή» είναι απόρροια προηγούμενων σημαντικών ιστορικών γεγονότων και εξελίξεων. Τα δίκτυα που δημιουργούνται και εξελίσσονται διακινούν ανθρώπους και τα προϊόντα τους, υλικά και άυλα. Μέσα σε αυτόν τον πολυεπίπεδο κόσμο εφευρίσκεται η ηχογράφηση και η αναπαραγωγή του ήχου. Η κοσμοπολίτικη συνθήκη μεγάλων αστικών κέντρων ευνοεί τους πολυστυλισμούς και τις πολυμορφικότητες. Αποικιοκρατία, επαναστάσεις, συρράξεις, προσφυγικά ρεύματα∙ το θέατρο, ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο, η φωτογράφιση, οι περιοδείες από ορχήστρες, αλλά και οι κυκλοφορίες στους πάσης φύσεως εμπορικούς διαύλους, μέσα σε έναν κόσμο που εξελίσσεται δυναμικά και ανισότροπα, διαμορφώνουν ένα σύνθετο πλέγμα από «κέντρα» και «περιφέρειες» σε εναλλασσόμενους ρόλους, που θέτουν τα μουσικά ιδιώματα σε κίνηση, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Τα δίκτυα μέσα στα οποία συμμετέχουν οι ελληνόφωνες μουσικές, συνομιλώντας διαρκώς με τους συνένοικούς τους, είναι μεγαλειώδη. Η δισκογραφία έχει ήδη προσφέρει σημαντικά εργαλεία στην κατανόηση των σχέσεων που αναπτύχθηκαν μεταξύ των «εθνικών» ρεπερτορίων. Αποτέλεσμα της εν εξελίξει έρευνας είναι ο «Kοσμοπολιτισμός στην Ελληνική Ιστορική Δισκογραφία».

Την ίδια περίoδο η Αμερική έχει μετατραπεί σε ένα άνευ προηγουμένου πολιτισμικό χωνευτήρι. Αποτελεί μία μικρογραφία της Υφηλίου: μία «επιτυχημένη Βαβέλ». Όπως είναι φυσικό, ένας ανεπανάληπτος συγκρητισμός κυριαρχεί και στην μουσική πραγματικότητα. Η γένεση, δε, της δισκογραφίας οικοδομεί μια συνθήκη που ευνοεί τις συνομιλίες και τις ωσμώσεις μεταξύ των αναρίθμητων εθνοπολιτισμικών ομάδων που συνθέτουν τον πληθυσμό. Οι διεργασίες αυτές θα οδηγήσουν στην ανανοηματοδότηση, επικαιροποίηση και ανανέωση παλαιών μουσικών τάσεων που φθάνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες και, ταυτόχρονα, στην εξαγωγή τους εκ νέου προς τους «παλαιούς κόσμους», συστήνοντας με αυτόν τον τρόπο ένα μοναδικά πολυεπίπεδο δίκτυο. Εντός αυτού του δικτύου, συχνά δημιουργούνται ή ενσωματώνονται ήδη υπάρχουσες τάσεις και αισθητικά ρεύματα, πολλώ δε μάλλον κατά την περίοδο που το φαινόμενο της ηχογράφησης και της αναπαραγωγής του ήχου λαμβάνει εμπορικές, μαζικές και οικουμενικές διαστάσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο εξωτισμός, όπως εκδηλώνεται στις ποικίλες αναπαραστάσεις του. Πιο συγκεκριμένα, η «Μισιρλού» σκιαγραφεί με εύλογο τρόπο αυτή τη διαλεκτική, πολυεπίπεδη σχέση μεταξύ των διαφόρων «εθνικών» ρεπερτορίων και αισθητικών τάσεων και ρευμάτων.

Ο εξωτισμός μαρτυρείται στο ευρωπαϊκό λεξιλόγιο από τα τέλη του 16ου αιώνα, αν και η ευρεία του επικράτηση ως τάση συνδέθηκε με τον αποικιοκρατικό ιμπεριαλισμό του 19ου αιώνα (Netto, 2015: 13). Έκτοτε, ο όρος έχει ενσωματώσει διάφορα επίπεδα ανάγνωσης και ερμηνείας καθετί «άλλου». Η σημασία του αφορά αφ’ ενός τα χαρακτηριστικά αυτού που είναι έξω από τη σφαίρα της ταυτότητας, αφ’ ετέρου την έλξη που ασκεί ό,τι έχει τέτοια χαρακτηριστικά. Η ευρύτατη αποδοχή του φαινομένου του εξωτισμού είναι πασιφανής: ο πολυδιάστατος γλωσσικός, μουσικός και εικαστικός πλούτος, που συσσωρεύτηκε γύρω και μέσα στον εξωτισμό, δημιούργησε ένα κοινό απόθεμα γνώσης που τροφοδοτεί διηνεκώς το συλλογικό και ατομικό φαντασιακό.

Εστιάζοντας στις μοντέρνες κοινότητες των Ελλήνων, βρίσκουμε πολύ νωρίς συγκροτημένα ίχνη του εξωτισμού στην ποίηση και την λογοτεχνία, τα οποία μεταφέρονται γρήγορα στο θέατρο, εμπλουτισμένα ως προς την οπτική και δραματική τους υφή. Η έκρηξη των δημοφιλών μορφών θεάματος και μαζικής διασκέδασης που φέρνει ο 20ός αιώνας θα διακτινίσουν την εμβέλειά τους. Στην Ελλάδα, ανάμεσα σε όλα τα καλλιτεχνικά πεδία, η πιο επίμονη και η πιο εμφανής παρουσία του εξωτισμού καταγράφεται στο τραγούδι. Στην εποχή της δισκογραφίας, η προέλαση του εξωτισμού είναι ακαταμάχητη, και αφήνει πολύ ισχυρό αποτύπωμα. Όσο κι αν μοιάζει να προσδιορίζεται από την αρχή της «τοπικότητας», ο εξωτισμός είναι μια παγκόσμια αισθητική σταθερά, μια «κοινή» γλώσσα της νέας εποχής, που φέρει έντονα το στίγμα του μοντερνισμού και εγγράφεται μέσα σε μια σύνθετη και μακρόχρονη διαδικασία ώσμωσης μεταξύ των «εθνικών» μουσικών, η οποία ώσμωση παράγει ρεπερτόρια με «οικουμενικά» ή παγκόσμια χαρακτηριστικά.

Οι τόποι που αναπαρίστανται στον εξωτισμό, η Ανατολή, η Λατινική Αμερική, η Ισπανία, η Χαβάη, είναι κατ’ εξοχήν φαντασιακοί, αποσυνδέονται από τον πραγματικό κόσμο. Ανοίγονται σαν μια θεατρική σκηνή, με εναλλασσόμενα σκηνικά, όπου δραματοποιούνται οι φαντασιώσεις, κατακλύζουν τις αισθήσεις κι εκλύουν έντονα συναισθήματα, προσφέροντας στον «επισκέπτη» μια ιδανική εμπειρία, έξω από τους περιορισμούς του συμβατικού κόσμου: αιώνιο γλέντι, ηδονές, περιπέτεια.

Η αναπαράσταση της Ανατολής δίνει στους συνθέτες την δυνατότητα επέκτασης της γλώσσας που χρησιμοποιούν, με χρήση νέων ηχοχρωμάτων, μελωδικών αναπτυγμάτων και ρυθμικών σχημάτων. Φυσικά, αυτό γίνεται με τον εκάστοτε τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι αντιλαμβάνονται ένα μουσικό υλικό που δεν τους είναι εύκολα προσπελάσιμο, ούτε σε εύρος, ούτε σε βάθος. Βασικό εμπόδιο αποτελεί το βαθύ χάσμα που χωρίζει την νοοτροπία καθαυτών των «μουσικών συντακτικών» των ανατολικών κουλτουρών με το πολιτισμικά ηγεμονικό κεντροευρωπαϊκό παράδειγμα.

Τα βασικά μουσικά χαρακτηριστικά της αναπαράστασης της Ανατολής είναι μάλλον τυποποιημένα: το χιτζάζ, η χρήση τρόπων όπως ο φρύγιος και ο δώριος και η χρήση φωνητικών μελισμάτων και βοκαλισμών. Στο επίπεδο της ενορχήστρωσης, την αναπαράσταση του εξωτικού αναλαμβάνουν συστηματικά το αγγλικό κόρνο και το όμποε, ενώ παράλληλα ενισχύονται τα κρουστά με ντέφι, τρίγωνο, πιατίνια, γκονγκ κ.ά. Σε ρυθμολογικό επίπεδο επιλέγονται ρυθμικά μοτίβα που «προαναγγέλουν» ένα από τα σημαντικότερα μουσικά χαρακτηριστικά του εξωτισμού: το μπολερό που αποκαλείται «οριεντάλ» και που θα σημαδέψει τον εξωτισμό στην ελληνική δισκογραφία κατά τη μεταπολεμική περίοδο.

Στο επίκεντρο της σκηνογραφίας της Ανατολής η οποία πάντοτε αναπαρίσταται ως Ισλαμική, στέκεται το παλάτι, συνώνυμο των απολαύσεων και της χλιδής, εντός του οποίου πραγματώνεται κάθε φαντασιακή αμετροέπεια. Βίαιοι και δεσποτικοί πασάδες, μαχαραγιάδες και σεΐχηδες απολαμβάνουν την χλιδή ενδίδοντας σε παροιμιώδη οκνηρία. Η μορφή που κυριαρχεί στην σκηνική οικονομία του εθνοτοπίου της Ανατολής είναι ασφαλώς η γυναίκα ως αντικείμενο του πόθου. Μέσα από μία σειρά ρόλων, σχεδόν αποκλειστικά πρωταγωνιστικών, γίνεται η ενσάρκωση του μυστικισμού, του ερωτισμού και της ηδυπάθειας της φαντασιακής Ανατολής. Το απόλυτο σύμβολο της λαγνείας, σήμα κατατεθέν της Ανατολής, δεν είναι άλλο από το χαρέμι (Lewis, 2004: 12-52). Η σκλαβιά του γυναικείου σώματος συμβάλει καθοριστικά στη σκηνική οικονομία του εθνοτοπίου της Ανατολής, φέρνοντας τον αφηγητή αντιμέτωπο με υπερβατικές πράξεις ηρωισμού. Στην Ανατολή, ο ημερολογιακός χρόνος είναι πολωμένος, με την ατμόσφαιρα να περιγράφεται σχεδόν πάντα νυχτερινή. Το σκοτάδι αποτελεί ένα ισχυρό σύμβολο κλιμάκωσης της συναισθηματικής έντασης, αφού είναι συνώνυμο μιας μεταφυσικής ομίχλης. Η έρημος είναι ιδεώδες ανατολίτικο σκηνικό, εναλλακτικό προς το παλάτι. Σε αντίθεση με το πλήθος που κατοικοεδρεύει εκεί, πυροδοτώντας συναισθήματα κι αναμοχλεύοντας τα πάθη, ο στατικός και ακίνητος κόσμος της ερήμου στέκει ως καταφύγιο ή ως εξορία του απογοητευμένου απόκληρου. Μακριά από τον πολιτισμό, μετέωρη ως προς τον χώρο και τον χρόνο, άξενη κι επικίνδυνη, η έρημος παρουσιάζεται ως γη της περιπέτειας, όπου τολμηροί καμηλιέρηδες αναμετρώνται με τα πάθη τους.

Η Μισιρλού, δηλαδή η γυναίκα που κατάγεται από το Μισίρι (σσ. Αίγυπτος), είναι αναμφισβήτητα ένα από τα δημοφιλέστερα δείγματα εξωτισμού τόσο στην παγκόσμια όσο και στην ελληνόφωνη  μουσική πραγματικότητα. 

Στην παγκόσμια ιστορική δισκογραφία, το τραγούδι ηχογραφήθηκε πολλές φορές σε διάφορους τόπους, γλώσσες και ασθητικά πλαίσια. Ενδεικτικά:
– “Misirlou”, Nicolas Matthey and his Oriental Orchestra, Νέα Υόρκη, 1939 (Decca 66096 A – 25045A)
– “Misirlou”, Seymour Rechtzeit, Νέα Υόρκη, 26 Μαρτίου 1941 (Victor BS-062891 – V-9085, Victor 25-5047-B & RCA Victor 53-5134), στα Yiddish
– “Misirlou”, Jose Morand and his Orchestra, Νέα Υόρκη, 25 Αυγούστου 1941 (Decca 69677 – 3974-A & 50005)
– “Misirlou”, Woody Herman and his Orchestra, Λος Άντζελες, 5 Σεπτεμβρίου 1941 (Decca DLA 2735 – 4024, Decca 25151, Decca 9-25151, MCA MCA-60145)
– “Missirlu”, Jack Mayesh, Λος Άντζελες, 6 Νοεμβρίου 1941 (Mayesh Phonograph Record Co. A-5781 – 1367 & Electro Vox EV-1367B – 1367), στα ladino
– “Misirlou”, G. Del Toro - Alfredo Mendez’s Orchestra, Νέα Υόρκη, 1945 (Standard T-2002-A – T-2002-A), στα ισπανικά
– “Misirlou”, Charlie Ventura and his Orchestra, Νέα Υόρκη, 6 Σεπτεμβρίου 1946 (National Records NSC162 – 7013B)
– “Miserlou” (تعال لقولك), Anton Abdelahad (انطون عبد الأحد), ΗΠΑ, 1948 (Alkawakeb [اسطوانات الكواكب] KGA 7019A – 102-A), στα αραβικά (παρούσα ηχογράφηση)
– “Miserlou (מיזערלו)”, Seymour Rechtzeit (τραγούδι) – Abe Ellstein (πιάνο), Νέα Υόρκη, 1948 (Banner A-392 – B-539 A), στα yiddish
– “Misirlou”, Edo Ljubić and his Ensemble, Νέα Υόρκη, 1949 (Columbia CO 40439 – 1261-F), στα σερβο-κροατικά
– “Ine orre”, Reuben (Vart) Sarkisian, ΗΠΑ, δεκαετία του 1950 (Sarkisian Record 1508-B), στα αρμενικά
– “Misirlou”, Sloboda Tamburitza Orchestra, ΗΠΑ, αρχές δεκαετίας του 1950 (Kolo Festival KF-804-B – KF-804-B)
– “Misirlou”, Leo Fuld, Γαλλία, 1950 (Saturne 1504 – 1033), στα γαλλικά

Στην ελληνικού ενδιαφέροντος ιστορική δισκογραφία των 78 στροφών εντοπίζουμε τις εξής εκτελέσεις:
«Μισιρλού», Τέτος Δημητριάδης, Νέα Υόρκη, Ιούλιος 1927 (Columbia W 205625 - 56073-F)
«Μουσουρλούμ», Μάκης Πατρινός, Νέα Υόρκη, Απρίλιος 1931 (Columbia W206414 – 56270-F)
«Μισιρλού», Μαρία Καρελά και Σπύρος Στάμος, Σικάγο, 23 Νοεμβρίου 194 (Columbia CO4029 – 7217-F και Columbia 10072)
«Μισιρλού», Τέτος Δημητριάδης, Νέα Υόρκη 14 Ιανουαρίου 1942 (Orthophonic BS071631S572 και Victor 26-8019, 26-8348)
– «Μισιρλού», Τέτος Δημητριάδης, ΗΠΑ 1946 (;) (Standard F9006)
– «Μισιρλού», Joann Fardy, ΗΠΑ, 1946 (Metropolitan 193-A)
«Μισιρλού», Σοφία Βέμπο, Νέα Υόρκη 1947 (;) (Liberty 78)
– «Μισιρλού», Ορχηστρικό, σόλο ακορντεόν: Κ. Μανιάτης, ΗΠΑ, 25 Νοεμβρίου 1947 (Standard F9044)
– «Μισιρλού», Τζίμης Μακούλης, Αθήνα, 1949 (Odeon GO4183 – GA7519)
– «Μισιρλού», Δανάη Στρατηγοπούλου, Αθήνα, Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1949 (Columbia CG2557 – DG6797)

Το 1962 διασκευάστηκε από το αμερικανικό μουσικό συγκρότημα Dick Dale & His Del-Tones (Deltone Records 4939) και χρησιμοποιήθηκε στο soundtrack της κινηματογραφικής ταινίας Pulp Fiction (1994), σε σκηνοθεσία Quentin Tarantino. Έκτοτε απέκτησε ευρεία δημοφιλία  και έχει διασκευαστεί πολλές φορές σε όλο τον κόσμο και σε ποικίλα μουσικά είδη (βλ. ενδεικτικά εδώ, εδώ και εδώ). Οι επανεκτελέσεις είναι ως επί το πλείστον οργανικές, χωρίς όμως να στερείται από τη Μισιρλού ο εξωτικός της χαρακτήρας. To 2005 το αμερικάνικο συγκρότημα Black Eyed Peas χρησιμοποίησε sample της εν λόγω εκτέλεσης για την ηχογράφηση του εμπορικά επιτυχημένου “Pump it” (A&M Records – 0602498505649), ανανεώνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο τη δημοφιλία του τραγουδιού.

Η τρίγλωσση έκδοση της παρτιτούρας με τους ελληνικούς, τους αγγλικούς και τους γαλλικούς στίχους του τραγουδιού αποτελεί έναν ακόμη ισχυρό δείκτη δημοφιλίας.

Έρευνα και κείμενο: Γιώργος Ευαγγέλου Λεονάρδος Κουνάδης και Νίκος Ορδουλίδης

Δημιουργός (Συνθέτης):
Στιχουργός:
Άγνωστος
Τραγουδιστές:
Abdelahad Anton
Χρονολογία ηχογράφησης:
1948
Τόπος ηχογράφησης:
ΗΠΑ
Εκδότης:
Alkawakeb
Αριθμός καταλόγου:
102 A
Αριθμός μήτρας:
KGA 7019A
Διάρκεια:
2:59
Θέση τεκμηρίου:
Δισκοθήκη Αρχείου Κουνάδη
Φυσική περιγραφή:
Δίσκος 10'' (25 εκατοστών)
Προέλευση:
Αρχείο Κουνάδη
Αναγνωριστικό:
Alka_102A_Miserlou
Άδεια χρήσης:
cc
Παραπομπή:
Αρχείο Κουνάδη, "Miserlou", 2019, https://vmrebetiko.gr/item?id=11302

Στις αρχές του 20ού αιώνα η Ευρώπη βρίσκεται σε ειρήνη και ευημερία. Η «Ωραία Εποχή» είναι απόρροια προηγούμενων σημαντικών ιστορικών γεγονότων και εξελίξεων. Τα δίκτυα που δημιουργούνται και εξελίσσονται διακινούν ανθρώπους και τα προϊόντα τους, υλικά και άυλα. Μέσα σε αυτόν τον πολυεπίπεδο κόσμο εφευρίσκεται η ηχογράφηση και η αναπαραγωγή του ήχου. Η κοσμοπολίτικη συνθήκη μεγάλων αστικών κέντρων ευνοεί τους πολυστυλισμούς και τις πολυμορφικότητες. Αποικιοκρατία, επαναστάσεις, συρράξεις, προσφυγικά ρεύματα∙ το θέατρο, ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο, η φωτογράφιση, οι περιοδείες από ορχήστρες, αλλά και οι κυκλοφορίες στους πάσης φύσεως εμπορικούς διαύλους, μέσα σε έναν κόσμο που εξελίσσεται δυναμικά και ανισότροπα, διαμορφώνουν ένα σύνθετο πλέγμα από «κέντρα» και «περιφέρειες» σε εναλλασσόμενους ρόλους, που θέτουν τα μουσικά ιδιώματα σε κίνηση, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Τα δίκτυα μέσα στα οποία συμμετέχουν οι ελληνόφωνες μουσικές, συνομιλώντας διαρκώς με τους συνένοικούς τους, είναι μεγαλειώδη. Η δισκογραφία έχει ήδη προσφέρει σημαντικά εργαλεία στην κατανόηση των σχέσεων που αναπτύχθηκαν μεταξύ των «εθνικών» ρεπερτορίων. Αποτέλεσμα της εν εξελίξει έρευνας είναι ο «Kοσμοπολιτισμός στην Ελληνική Ιστορική Δισκογραφία».

Την ίδια περίoδο η Αμερική έχει μετατραπεί σε ένα άνευ προηγουμένου πολιτισμικό χωνευτήρι. Αποτελεί μία μικρογραφία της Υφηλίου: μία «επιτυχημένη Βαβέλ». Όπως είναι φυσικό, ένας ανεπανάληπτος συγκρητισμός κυριαρχεί και στην μουσική πραγματικότητα. Η γένεση, δε, της δισκογραφίας οικοδομεί μια συνθήκη που ευνοεί τις συνομιλίες και τις ωσμώσεις μεταξύ των αναρίθμητων εθνοπολιτισμικών ομάδων που συνθέτουν τον πληθυσμό. Οι διεργασίες αυτές θα οδηγήσουν στην ανανοηματοδότηση, επικαιροποίηση και ανανέωση παλαιών μουσικών τάσεων που φθάνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες και, ταυτόχρονα, στην εξαγωγή τους εκ νέου προς τους «παλαιούς κόσμους», συστήνοντας με αυτόν τον τρόπο ένα μοναδικά πολυεπίπεδο δίκτυο. Εντός αυτού του δικτύου, συχνά δημιουργούνται ή ενσωματώνονται ήδη υπάρχουσες τάσεις και αισθητικά ρεύματα, πολλώ δε μάλλον κατά την περίοδο που το φαινόμενο της ηχογράφησης και της αναπαραγωγής του ήχου λαμβάνει εμπορικές, μαζικές και οικουμενικές διαστάσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο εξωτισμός, όπως εκδηλώνεται στις ποικίλες αναπαραστάσεις του. Πιο συγκεκριμένα, η «Μισιρλού» σκιαγραφεί με εύλογο τρόπο αυτή τη διαλεκτική, πολυεπίπεδη σχέση μεταξύ των διαφόρων «εθνικών» ρεπερτορίων και αισθητικών τάσεων και ρευμάτων.

Ο εξωτισμός μαρτυρείται στο ευρωπαϊκό λεξιλόγιο από τα τέλη του 16ου αιώνα, αν και η ευρεία του επικράτηση ως τάση συνδέθηκε με τον αποικιοκρατικό ιμπεριαλισμό του 19ου αιώνα (Netto, 2015: 13). Έκτοτε, ο όρος έχει ενσωματώσει διάφορα επίπεδα ανάγνωσης και ερμηνείας καθετί «άλλου». Η σημασία του αφορά αφ’ ενός τα χαρακτηριστικά αυτού που είναι έξω από τη σφαίρα της ταυτότητας, αφ’ ετέρου την έλξη που ασκεί ό,τι έχει τέτοια χαρακτηριστικά. Η ευρύτατη αποδοχή του φαινομένου του εξωτισμού είναι πασιφανής: ο πολυδιάστατος γλωσσικός, μουσικός και εικαστικός πλούτος, που συσσωρεύτηκε γύρω και μέσα στον εξωτισμό, δημιούργησε ένα κοινό απόθεμα γνώσης που τροφοδοτεί διηνεκώς το συλλογικό και ατομικό φαντασιακό.

Εστιάζοντας στις μοντέρνες κοινότητες των Ελλήνων, βρίσκουμε πολύ νωρίς συγκροτημένα ίχνη του εξωτισμού στην ποίηση και την λογοτεχνία, τα οποία μεταφέρονται γρήγορα στο θέατρο, εμπλουτισμένα ως προς την οπτική και δραματική τους υφή. Η έκρηξη των δημοφιλών μορφών θεάματος και μαζικής διασκέδασης που φέρνει ο 20ός αιώνας θα διακτινίσουν την εμβέλειά τους. Στην Ελλάδα, ανάμεσα σε όλα τα καλλιτεχνικά πεδία, η πιο επίμονη και η πιο εμφανής παρουσία του εξωτισμού καταγράφεται στο τραγούδι. Στην εποχή της δισκογραφίας, η προέλαση του εξωτισμού είναι ακαταμάχητη, και αφήνει πολύ ισχυρό αποτύπωμα. Όσο κι αν μοιάζει να προσδιορίζεται από την αρχή της «τοπικότητας», ο εξωτισμός είναι μια παγκόσμια αισθητική σταθερά, μια «κοινή» γλώσσα της νέας εποχής, που φέρει έντονα το στίγμα του μοντερνισμού και εγγράφεται μέσα σε μια σύνθετη και μακρόχρονη διαδικασία ώσμωσης μεταξύ των «εθνικών» μουσικών, η οποία ώσμωση παράγει ρεπερτόρια με «οικουμενικά» ή παγκόσμια χαρακτηριστικά.

Οι τόποι που αναπαρίστανται στον εξωτισμό, η Ανατολή, η Λατινική Αμερική, η Ισπανία, η Χαβάη, είναι κατ’ εξοχήν φαντασιακοί, αποσυνδέονται από τον πραγματικό κόσμο. Ανοίγονται σαν μια θεατρική σκηνή, με εναλλασσόμενα σκηνικά, όπου δραματοποιούνται οι φαντασιώσεις, κατακλύζουν τις αισθήσεις κι εκλύουν έντονα συναισθήματα, προσφέροντας στον «επισκέπτη» μια ιδανική εμπειρία, έξω από τους περιορισμούς του συμβατικού κόσμου: αιώνιο γλέντι, ηδονές, περιπέτεια.

Η αναπαράσταση της Ανατολής δίνει στους συνθέτες την δυνατότητα επέκτασης της γλώσσας που χρησιμοποιούν, με χρήση νέων ηχοχρωμάτων, μελωδικών αναπτυγμάτων και ρυθμικών σχημάτων. Φυσικά, αυτό γίνεται με τον εκάστοτε τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι αντιλαμβάνονται ένα μουσικό υλικό που δεν τους είναι εύκολα προσπελάσιμο, ούτε σε εύρος, ούτε σε βάθος. Βασικό εμπόδιο αποτελεί το βαθύ χάσμα που χωρίζει την νοοτροπία καθαυτών των «μουσικών συντακτικών» των ανατολικών κουλτουρών με το πολιτισμικά ηγεμονικό κεντροευρωπαϊκό παράδειγμα.

Τα βασικά μουσικά χαρακτηριστικά της αναπαράστασης της Ανατολής είναι μάλλον τυποποιημένα: το χιτζάζ, η χρήση τρόπων όπως ο φρύγιος και ο δώριος και η χρήση φωνητικών μελισμάτων και βοκαλισμών. Στο επίπεδο της ενορχήστρωσης, την αναπαράσταση του εξωτικού αναλαμβάνουν συστηματικά το αγγλικό κόρνο και το όμποε, ενώ παράλληλα ενισχύονται τα κρουστά με ντέφι, τρίγωνο, πιατίνια, γκονγκ κ.ά. Σε ρυθμολογικό επίπεδο επιλέγονται ρυθμικά μοτίβα που «προαναγγέλουν» ένα από τα σημαντικότερα μουσικά χαρακτηριστικά του εξωτισμού: το μπολερό που αποκαλείται «οριεντάλ» και που θα σημαδέψει τον εξωτισμό στην ελληνική δισκογραφία κατά τη μεταπολεμική περίοδο.

Στο επίκεντρο της σκηνογραφίας της Ανατολής η οποία πάντοτε αναπαρίσταται ως Ισλαμική, στέκεται το παλάτι, συνώνυμο των απολαύσεων και της χλιδής, εντός του οποίου πραγματώνεται κάθε φαντασιακή αμετροέπεια. Βίαιοι και δεσποτικοί πασάδες, μαχαραγιάδες και σεΐχηδες απολαμβάνουν την χλιδή ενδίδοντας σε παροιμιώδη οκνηρία. Η μορφή που κυριαρχεί στην σκηνική οικονομία του εθνοτοπίου της Ανατολής είναι ασφαλώς η γυναίκα ως αντικείμενο του πόθου. Μέσα από μία σειρά ρόλων, σχεδόν αποκλειστικά πρωταγωνιστικών, γίνεται η ενσάρκωση του μυστικισμού, του ερωτισμού και της ηδυπάθειας της φαντασιακής Ανατολής. Το απόλυτο σύμβολο της λαγνείας, σήμα κατατεθέν της Ανατολής, δεν είναι άλλο από το χαρέμι (Lewis, 2004: 12-52). Η σκλαβιά του γυναικείου σώματος συμβάλει καθοριστικά στη σκηνική οικονομία του εθνοτοπίου της Ανατολής, φέρνοντας τον αφηγητή αντιμέτωπο με υπερβατικές πράξεις ηρωισμού. Στην Ανατολή, ο ημερολογιακός χρόνος είναι πολωμένος, με την ατμόσφαιρα να περιγράφεται σχεδόν πάντα νυχτερινή. Το σκοτάδι αποτελεί ένα ισχυρό σύμβολο κλιμάκωσης της συναισθηματικής έντασης, αφού είναι συνώνυμο μιας μεταφυσικής ομίχλης. Η έρημος είναι ιδεώδες ανατολίτικο σκηνικό, εναλλακτικό προς το παλάτι. Σε αντίθεση με το πλήθος που κατοικοεδρεύει εκεί, πυροδοτώντας συναισθήματα κι αναμοχλεύοντας τα πάθη, ο στατικός και ακίνητος κόσμος της ερήμου στέκει ως καταφύγιο ή ως εξορία του απογοητευμένου απόκληρου. Μακριά από τον πολιτισμό, μετέωρη ως προς τον χώρο και τον χρόνο, άξενη κι επικίνδυνη, η έρημος παρουσιάζεται ως γη της περιπέτειας, όπου τολμηροί καμηλιέρηδες αναμετρώνται με τα πάθη τους.

Η Μισιρλού, δηλαδή η γυναίκα που κατάγεται από το Μισίρι (σσ. Αίγυπτος), είναι αναμφισβήτητα ένα από τα δημοφιλέστερα δείγματα εξωτισμού τόσο στην παγκόσμια όσο και στην ελληνόφωνη  μουσική πραγματικότητα. 

Στην παγκόσμια ιστορική δισκογραφία, το τραγούδι ηχογραφήθηκε πολλές φορές σε διάφορους τόπους, γλώσσες και ασθητικά πλαίσια. Ενδεικτικά:
– “Misirlou”, Nicolas Matthey and his Oriental Orchestra, Νέα Υόρκη, 1939 (Decca 66096 A – 25045A)
– “Misirlou”, Seymour Rechtzeit, Νέα Υόρκη, 26 Μαρτίου 1941 (Victor BS-062891 – V-9085, Victor 25-5047-B & RCA Victor 53-5134), στα Yiddish
– “Misirlou”, Jose Morand and his Orchestra, Νέα Υόρκη, 25 Αυγούστου 1941 (Decca 69677 – 3974-A & 50005)
– “Misirlou”, Woody Herman and his Orchestra, Λος Άντζελες, 5 Σεπτεμβρίου 1941 (Decca DLA 2735 – 4024, Decca 25151, Decca 9-25151, MCA MCA-60145)
– “Missirlu”, Jack Mayesh, Λος Άντζελες, 6 Νοεμβρίου 1941 (Mayesh Phonograph Record Co. A-5781 – 1367 & Electro Vox EV-1367B – 1367), στα ladino
– “Misirlou”, G. Del Toro - Alfredo Mendez’s Orchestra, Νέα Υόρκη, 1945 (Standard T-2002-A – T-2002-A), στα ισπανικά
– “Misirlou”, Charlie Ventura and his Orchestra, Νέα Υόρκη, 6 Σεπτεμβρίου 1946 (National Records NSC162 – 7013B)
– “Miserlou” (تعال لقولك), Anton Abdelahad (انطون عبد الأحد), ΗΠΑ, 1948 (Alkawakeb [اسطوانات الكواكب] KGA 7019A – 102-A), στα αραβικά (παρούσα ηχογράφηση)
– “Miserlou (מיזערלו)”, Seymour Rechtzeit (τραγούδι) – Abe Ellstein (πιάνο), Νέα Υόρκη, 1948 (Banner A-392 – B-539 A), στα yiddish
– “Misirlou”, Edo Ljubić and his Ensemble, Νέα Υόρκη, 1949 (Columbia CO 40439 – 1261-F), στα σερβο-κροατικά
– “Ine orre”, Reuben (Vart) Sarkisian, ΗΠΑ, δεκαετία του 1950 (Sarkisian Record 1508-B), στα αρμενικά
– “Misirlou”, Sloboda Tamburitza Orchestra, ΗΠΑ, αρχές δεκαετίας του 1950 (Kolo Festival KF-804-B – KF-804-B)
– “Misirlou”, Leo Fuld, Γαλλία, 1950 (Saturne 1504 – 1033), στα γαλλικά

Στην ελληνικού ενδιαφέροντος ιστορική δισκογραφία των 78 στροφών εντοπίζουμε τις εξής εκτελέσεις:
«Μισιρλού», Τέτος Δημητριάδης, Νέα Υόρκη, Ιούλιος 1927 (Columbia W 205625 - 56073-F)
«Μουσουρλούμ», Μάκης Πατρινός, Νέα Υόρκη, Απρίλιος 1931 (Columbia W206414 – 56270-F)
«Μισιρλού», Μαρία Καρελά και Σπύρος Στάμος, Σικάγο, 23 Νοεμβρίου 194 (Columbia CO4029 – 7217-F και Columbia 10072)
«Μισιρλού», Τέτος Δημητριάδης, Νέα Υόρκη 14 Ιανουαρίου 1942 (Orthophonic BS071631S572 και Victor 26-8019, 26-8348)
– «Μισιρλού», Τέτος Δημητριάδης, ΗΠΑ 1946 (;) (Standard F9006)
– «Μισιρλού», Joann Fardy, ΗΠΑ, 1946 (Metropolitan 193-A)
«Μισιρλού», Σοφία Βέμπο, Νέα Υόρκη 1947 (;) (Liberty 78)
– «Μισιρλού», Ορχηστρικό, σόλο ακορντεόν: Κ. Μανιάτης, ΗΠΑ, 25 Νοεμβρίου 1947 (Standard F9044)
– «Μισιρλού», Τζίμης Μακούλης, Αθήνα, 1949 (Odeon GO4183 – GA7519)
– «Μισιρλού», Δανάη Στρατηγοπούλου, Αθήνα, Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 1949 (Columbia CG2557 – DG6797)

Το 1962 διασκευάστηκε από το αμερικανικό μουσικό συγκρότημα Dick Dale & His Del-Tones (Deltone Records 4939) και χρησιμοποιήθηκε στο soundtrack της κινηματογραφικής ταινίας Pulp Fiction (1994), σε σκηνοθεσία Quentin Tarantino. Έκτοτε απέκτησε ευρεία δημοφιλία  και έχει διασκευαστεί πολλές φορές σε όλο τον κόσμο και σε ποικίλα μουσικά είδη (βλ. ενδεικτικά εδώ, εδώ και εδώ). Οι επανεκτελέσεις είναι ως επί το πλείστον οργανικές, χωρίς όμως να στερείται από τη Μισιρλού ο εξωτικός της χαρακτήρας. To 2005 το αμερικάνικο συγκρότημα Black Eyed Peas χρησιμοποίησε sample της εν λόγω εκτέλεσης για την ηχογράφηση του εμπορικά επιτυχημένου “Pump it” (A&M Records – 0602498505649), ανανεώνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο τη δημοφιλία του τραγουδιού.

Η τρίγλωσση έκδοση της παρτιτούρας με τους ελληνικούς, τους αγγλικούς και τους γαλλικούς στίχους του τραγουδιού αποτελεί έναν ακόμη ισχυρό δείκτη δημοφιλίας.

Έρευνα και κείμενο: Γιώργος Ευαγγέλου Λεονάρδος Κουνάδης και Νίκος Ορδουλίδης

Δημιουργός (Συνθέτης):
Στιχουργός:
Άγνωστος
Τραγουδιστές:
Abdelahad Anton
Χρονολογία ηχογράφησης:
1948
Τόπος ηχογράφησης:
ΗΠΑ
Εκδότης:
Alkawakeb
Αριθμός καταλόγου:
102 A
Αριθμός μήτρας:
KGA 7019A
Διάρκεια:
2:59
Θέση τεκμηρίου:
Δισκοθήκη Αρχείου Κουνάδη
Φυσική περιγραφή:
Δίσκος 10'' (25 εκατοστών)
Προέλευση:
Αρχείο Κουνάδη
Αναγνωριστικό:
Alka_102A_Miserlou
Άδεια χρήσης:
cc
Παραπομπή:
Αρχείο Κουνάδη, "Miserlou", 2019, https://vmrebetiko.gr/item?id=11302

Σχετικά τεκμήρια

Δείτε επίσης