Στις αρχές του 20ού αιώνα η Ευρώπη βρίσκεται σε ειρήνη και ευημερία. Η «Ωραία Εποχή» είναι απόρροια προηγούμενων σημαντικών ιστορικών γεγονότων και εξελίξεων. Τα δίκτυα που δημιουργούνται και εξελίσσονται διακινούν ανθρώπους και τα προϊόντα τους, υλικά και άυλα. Μέσα σε αυτόν τον πολυεπίπεδο κόσμο εφευρίσκεται η ηχογράφηση και η αναπαραγωγή του ήχου. Οι πρώτες δισκογραφικές εταιρείες στέλνουν κινητά συνεργεία κυριολεκτικά σε όλη την οικουμένη, για να ηχογραφήσουν τοπικούς μουσικούς. Το εύρος του ρεπερτορίου είναι ατελείωτο. Η κοσμοπολίτικη συνθήκη μεγάλων αστικών κέντρων ευνοεί τους πολυστυλισμούς και τις πολυμορφικότητες. Αποικιοκρατία, επαναστάσεις, συρράξεις, προσφυγικά ρεύματα∙ το θέατρο, ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο, η φωτογράφιση, οι περιοδείες από ορχήστρες, αλλά και οι κυκλοφορίες στους πάσης φύσεως εμπορικούς διαύλους, μέσα σε έναν κόσμο που εξελίσσεται δυναμικά και ανισότροπα, διαμορφώνουν ένα σύνθετο πλέγμα από «κέντρα» και «περιφέρειες» σε εναλλασσόμενους ρόλους, που θέτουν τα μουσικά ιδιώματα σε κίνηση, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Τα δίκτυα μέσα στα οποία συμμετέχουν οι ελληνόφωνες μουσικές, συνομιλώντας διαρκώς με τους συνένοικούς τους, είναι μεγαλειώδη. Η δισκογραφία έχει ήδη προσφέρει σημαντικά εργαλεία στην κατανόηση των σχέσεων που αναπτύχθηκαν μεταξύ των «εθνικών» ρεπερτορίων. Αποτέλεσμα της εν εξελίξει έρευνας είναι ο «Kοσμοπολιτισμός στην Ελληνική Ιστορική Δισκογραφία».
Τα σχετικά τεκμήρια καταδεικνύουν τις συνομιλίες μεταξύ των βαλκανικών ρεπερτορίων και αποσαφηνίζουν μια οικουμένη όπου όλοι συνεισφέρουν στο μεγάλο μουσικό «χωνευτήρι» και όλοι μπορούν να αντλήσουν από αυτό. Και να το επανακαταθέσουν, σε νέα μορφή, με αναδιαμορφωμένο το κείμενό του και το νόημά του, με άλλοτε σαφείς και άλλοτε θολές παραπομπές στο προ-κείμενό του. Μέχρι να το ανασύρει ξανά κάποιος άλλος, μέσα από το «χωνευτήρι», ώστε να γίνεται ξεκάθαρο πως, στην αναδημιουργική και δυναμική αυτή διαδικασία όπου η ρευστότητα κυριαρχεί, τέλος δεν θα υπάρξει. Μία τέτοια περίπτωση είναι και η εν λόγω ηχογράφηση.
Ο «Πολίτικος χασάπικος» ηχογραφήθηκε το 1929 στην Αθήνα με τον Ιωάννη Φωκίου ή Χιώτη στην αρμόνικα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το επιφώνημα «τούμπε», που ακούγεται τρεις φορές, στο 2′ 44″ - 2′ 45″. Η λέξη προέρχεται από την βλάχικη γλώσσα και συναντάται και ως τίτλος τραγουδιού στο ρεπερτόριο των Βλάχων, το οποίο σχετίζεται με την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, ιδιαίτερα με τη Ρουμανία αλλά και την Ελλάδα, παράγοντας συνεχώς νέες εκτελέσεις και διασκευές (για περισσότερα βλέπε την ηχογράφηση «Τούντε, Τούντε»).
Η θεωρία της σχέσης με το βλάχικο στοιχείο ενισχύεται και από την εμφάνιση μουσικής φράσης του παρόντος οργανικού κομματιού, συγκεκριμένα από το 1′ 33″ έως το 1′ 48″ και από το 2′ 06″ έως το 2′ 39″, στο τραγούδι «Βλάχικο Δεσσούρα», η γλώσσα του οποίου φαίνεται πως είναι μείξη της ρουμανικής με τη βλάχικη (ή αρωμουνική). Η μουσική φράση που εξετάζουμε εισάγεται οργανικά στο 0′ 01″ έως το 0′ 12″ και επαναλαμβάνεται και στο τραγουδιστικό μέρος, από το 0′ 26″ έως το 0′ 38″. Η ηχογράφηση πραγματοποιήθηκε στη Σμύρνη μεταξύ 15-18 Δεκεμβρίου 1911 από τον ηχολήπτη Arthur Clarke (για περισσότερα βλ. στον ιστότοπο του Hugo Strötbaum Recording Pioneers). Αν και στην ετικέτα του δίσκου αναγράφεται ως τραγουδιστής ο Κύριος Σαλάβαρης ("Monsieur Salavaris"), σύμφωνα με τη βάση δεδομένων που προέκυψε από την έρευνα του Alan Kelly, στην ηχογράφηση συμμετέχει η Σμυρναίικη Εστουδιαντίνα του Βασιλάκη, δηλαδή του Βασίλη Σιδερή, ["Smyrneiki Estudiantina (Vasilaki) (Alexandrian Greek)"] και ο Γιώργος Σαβαρής ("Savaris"). Ωστόσο, στο 0′ 52″ της ηχογράφησης ακούγεται η προσφώνηση «Γεια σου, ασπρομαλλούση Σαλάβαρη». Επίσης, στην προναφερθείσα πηγή δίπλα στον τίτλο του τραγουδιού ([Vlachiko] Dessoura) αναγράφεται "Rumanian Romance".
Παραλλαγή αυτή της φράσης συναντάμε και σε μία άλλη ηχογράφηση με αρμόνικα. Συγκεκριμένα στο οργανικό κομμάτι «Σέρβικο» που ηχογραφήθηκε τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο του 1927 στην Κωνσταντινούπολη από τους Γιάννη Καλαϊτζόγλου και Βασίλη Ψαμαθιανό (Columbia UK W 22089 – 12318, Columbia Ελλάδας W 22089 – D.G. 2024 και Columbia USA W 22089 – 7042-F).
Ο σκοπός εντοπίζεται στο ρουμανικό ρεπερτόριο. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνεται στη συλλογή "10 Chansons Nationales Roumaines", η οποία εκδόθηκε το 1897 στη Λειψία από τον C.G. Röder και περιέχει δέκα ρουμανικά τραγούδια σε διασκευή για πιάνο του Ρουμάνου συνθέτη και πιανίστα Guillaume Şorban (Arad, Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, 2 Φεβρουαρίου 1876 - Dej, Ρουμανία, 7 Ιουλίου 1923). Ο σκοπός φέρει τον τίτλο "Ιnsura-maşi, insura..." (Παντρέψου, παντρέψου, βλ. εδώ σελ. 6) και προέρχεται από την Têrnava mare, περιοχή στην Τρανσυλβανία της σημερινής Ρουμανίας.
Στη βάση δεδομένων του Alan Kelly καταγράφεται ηχογράφηση με τον τίτλο "De insurat mas insure" [De' insurat m' as insure] από τον Chitaristul Jonescu (Zonophone 13073 – 13073 και Gramophone 3-12828), αχρονολόγητη με τόπο ηχογράφησης το Λονδίνο. Σύμφωνα με κατάλογο της Zonophone που συνέταξε ο Christian Zwarg (βλ. εδώ), η ηχογράφηση πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 1903 στο Ιάσιο. Καθώς δεν έχει εντοπιστεί το ηχητικό υλικό, δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε εάν αφορά το ίδιο κομμάτι.
Στις 8 Ιουνίου 1918 η Orchestra Regală Română, οργανικό κουαρτέτο αποτελούμενο από τέσσερεις ταμπουρίτσες, πραγματοποιεί στη Νέα Υόρκη για λογαριασμό της Victor την ηχογράφηση "Dansuri Romăneşti" (Victor B-22000 – 72229-B και Zonophone Record X-7-10007 / A22000 – 3454). Όπως αναφέρεται και στην ετικέτα του δίσκου, πρόκειται για απάνθισμα ρουμανικών χορών (Potpourri of Roumanian Dances). Ανάμεσά τους περιλαμβάνεται, από το 1′ 23″ περίπου, και ο σκοπός που εξετάζουμε. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η ηχογράφηση ολοκληρώνεται με μία άλλη γνώριμη στο ελληνικό ρεπερτόριο μελωδία, αυτή του τραγουδιού «Εγώ θέλω πριγκηπέσα» (από το 2′ 36″). Σημειώνουμε, τέλος, ότι το συγκεκριμένο κουαρτέτο πραγματοποίησε για τη Victor εννέα ηχογραφήσεις (βλ. εδώ), στις οποίες εμφανίζεται με τρία ονόματα ανάλογα με το ρεπερτόριο το οποίο εκτελεί: ως Orchestra Regală Română και Căntat de Tamburas για το ρουμανικό και ως Serbian Quartet για το σερβικό και κροατικό.
Τον σκοπό τον συναντάμε και στην ηχογράφηση "Ciocârlanul (The Lark)" (Ο κορυδαλλός), την οποία πραγματοποίησε το 1956 στη Νέα Υόρκη ο Ούγγρος τσιγγάνος βιολιστής Frank Richko and his Romanian Gypsy Orchestra (The Folk Dancer F8OB-1821-1 – MH-1122-B).
Όσον αφορά τη νεότερη δισκογραφία, παραλλαγή του σκοπού ανιχνεύεται στη "Syrba No. 1 in A Minor", σύνθεση του Vassily Boz o οποίος διευθύνει το ορχηστρικό σύνολο της ηχογράφησης. Περιλαμβάνεται στο LP "Moldavian Folk Dances" (Monitor Records MF 314) που κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ το 1966.
Ο Γιώργος Κοκκώνης (2017b: 133-161), ερευνώντας "το άγνωστο αυτό κεφάλαιο των δημιουργικών συνομιλιών μεταξύ πολλαπλών εθνοπολιτισμικών ομάδων" και επιχειρώντας "μια πρώτη προσέγγιση της διείσδυσης των λαϊκών μουσικών παραδόσεων της Ρουμανίας στις ελληνικές αντίστοιχες, με βάση τις δισκογραφικές πηγές" αναφέρει για τη σίρμπα, τη χόρα και τη σχέση τους με το χασάπικο και σέρβικο:
"Κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο, οι όροι hora και sirba της ρουμανικής γλώσσας φαίνεται ότι μετασχηματίζονται ελληνιστί σε χασάπικο και σέρβικο, εβραϊστί (yiddish) σε bulgar και freylekhs, τουρκιστί σε kasap, hora, longa και sirto. Χασάπικο και kasap είναι λέξεις κλειδιά για την κατανόηση της εξέλιξης αυτής. Στις γραπτές πηγές, hora και sirba φαίνεται να ταυτίζονται ως χοροί με το σινάφι των χασάπηδων της Κωνσταντινούπολης και τις εμπορικές συνδέσεις μεταφοράς βοοειδών από την Μολδαβία και την Βλαχία στην Πόλη, που μαρτυρούνται ήδη από τον 16ο αιώνα. [...] Είναι πολλοί οι χοροί που αποκαλούνται χόρα, σίρμπα, σέρβικο, χασάπικο, χασαποσέρβικο, συρτό χασάπικο, συρτό πολίτικο κ.ά., συναποτελώντας μια μεγάλη ομάδα με κοινά ρυθμολογικά χαρακτηριστικά, παρότι απλώνονται σε μια διευρυμένη μουσικοχορευτική γεωγραφία. Φαίνεται από το υλικό αυτό ότι η χόρα, ταυτισμένη με τη σίρμπα, γνωρίζει διάφορες τοπικές παραλλαγές. [...]
Στο αστικό τραγούδι του 20ού αιώνα, όπως αποτυπώνεται στις πηγές αυτές [δισκογραφία], το δίδυμο χόρα-σίρμπα μεταμορφώνεται σταδιακά πλήρως, ορίζοντας ένα νέο σχήμα, όπου η εναλλαγή αργό-γρήγορο είτε περιορίζεται ως καταληκτικό γύρισμα σε φωνητικές ή οργανικές συνθέσεις, είτε παίρνει τη μορφή χασάπικο-χασαποσέρβικο, με το αργό μέρος να περιλαμβάνει παλιές χόρες αργής ταχύτητας και το γρήγορο χόρες γρήγορης ταχύτητας, αλλά και σίρμπες.[...]
Η λέξη σίρμπα μαρτυρείται πολύ νωρίς στις ηχογραφήσεις ελληνικού ενδιαφέροντος, από την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. [...] Η συζευγμένη χρήση των όρων σίρμπα-χασάπικο καθιερώνεται τις επόμενες δεκαετίες. [...]
Κατά την αναγραφή τους πάνω στην ετικέτα του δίσκου, αξίζει να σημειωθεί ότι ο δεύτερος δεν βρίσκεται πλέον εντός παρενθέσεων, αλλά με παύλα δίπλα από τον πρώτο: «Serba – Hasapeko», υποδηλώνοντας είτε ταύτιση είτε μουσικό γύρισμα. [...]
Όπως είναι γνωστό η λέξη «σίρμπα» αποδίδει τη ρουμανική sârbă, που η προφορά της πλησιάζει περισσότερο στο ελληνικό «σι», παρά στο «σε». Η παραφθορά σε «σέρμπα» ωστόσο εδραιώνεται και βαθμιαία οδηγεί στην εσφαλμένη συσχέτιση της σίρμπας με την Σερβία, παγιώνοντας τους κοινούς σήμερα τύπους σέρβικο, χασαποσέρβικο και σερβικάκι.
Συμπερασματικά, ο όρος χασάπικο, ο οποίος ταυτίστηκε στη δισκογραφία με την Κωνσταντινούπολη, φαίνεται να έχει προκύψει ως συσσωμάτωση δυο μορφών, της χόρας και της σίρμπας. Αν και αυτό δεν συμβαίνει συστηματικά, με ακρίβεια και συνέπεια, η γένεσή του πρέπει να νοηθεί ως διαδικασία μουσικού μετασχηματισμού και αποεδαφικοποίησης, την οποία άλλωστε μαρτυρούν οι επιθετικοί προσδιορισμοί «ρουμάνικος» και «βλάχικος». Παρότι η μετέπειτα χρήση του όρου χασάπικο και της εξέλιξής του σε χασαποσέρβικο επιβλήθηκε τελικά στον χώρο της δισκογραφίας, η φύση του είναι απότοκη ενός διεσταλμένου γεωγραφικά χώρου, με πολυπολιτισμικές συνιστώσες".
Στις αρχές του 20ού αιώνα η Ευρώπη βρίσκεται σε ειρήνη και ευημερία. Η «Ωραία Εποχή» είναι απόρροια προηγούμενων σημαντικών ιστορικών γεγονότων και εξελίξεων. Τα δίκτυα που δημιουργούνται και εξελίσσονται διακινούν ανθρώπους και τα προϊόντα τους, υλικά και άυλα. Μέσα σε αυτόν τον πολυεπίπεδο κόσμο εφευρίσκεται η ηχογράφηση και η αναπαραγωγή του ήχου. Οι πρώτες δισκογραφικές εταιρείες στέλνουν κινητά συνεργεία κυριολεκτικά σε όλη την οικουμένη, για να ηχογραφήσουν τοπικούς μουσικούς. Το εύρος του ρεπερτορίου είναι ατελείωτο. Η κοσμοπολίτικη συνθήκη μεγάλων αστικών κέντρων ευνοεί τους πολυστυλισμούς και τις πολυμορφικότητες. Αποικιοκρατία, επαναστάσεις, συρράξεις, προσφυγικά ρεύματα∙ το θέατρο, ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο, η φωτογράφιση, οι περιοδείες από ορχήστρες, αλλά και οι κυκλοφορίες στους πάσης φύσεως εμπορικούς διαύλους, μέσα σε έναν κόσμο που εξελίσσεται δυναμικά και ανισότροπα, διαμορφώνουν ένα σύνθετο πλέγμα από «κέντρα» και «περιφέρειες» σε εναλλασσόμενους ρόλους, που θέτουν τα μουσικά ιδιώματα σε κίνηση, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Τα δίκτυα μέσα στα οποία συμμετέχουν οι ελληνόφωνες μουσικές, συνομιλώντας διαρκώς με τους συνένοικούς τους, είναι μεγαλειώδη. Η δισκογραφία έχει ήδη προσφέρει σημαντικά εργαλεία στην κατανόηση των σχέσεων που αναπτύχθηκαν μεταξύ των «εθνικών» ρεπερτορίων. Αποτέλεσμα της εν εξελίξει έρευνας είναι ο «Kοσμοπολιτισμός στην Ελληνική Ιστορική Δισκογραφία».
Τα σχετικά τεκμήρια καταδεικνύουν τις συνομιλίες μεταξύ των βαλκανικών ρεπερτορίων και αποσαφηνίζουν μια οικουμένη όπου όλοι συνεισφέρουν στο μεγάλο μουσικό «χωνευτήρι» και όλοι μπορούν να αντλήσουν από αυτό. Και να το επανακαταθέσουν, σε νέα μορφή, με αναδιαμορφωμένο το κείμενό του και το νόημά του, με άλλοτε σαφείς και άλλοτε θολές παραπομπές στο προ-κείμενό του. Μέχρι να το ανασύρει ξανά κάποιος άλλος, μέσα από το «χωνευτήρι», ώστε να γίνεται ξεκάθαρο πως, στην αναδημιουργική και δυναμική αυτή διαδικασία όπου η ρευστότητα κυριαρχεί, τέλος δεν θα υπάρξει. Μία τέτοια περίπτωση είναι και η εν λόγω ηχογράφηση.
Ο «Πολίτικος χασάπικος» ηχογραφήθηκε το 1929 στην Αθήνα με τον Ιωάννη Φωκίου ή Χιώτη στην αρμόνικα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το επιφώνημα «τούμπε», που ακούγεται τρεις φορές, στο 2′ 44″ - 2′ 45″. Η λέξη προέρχεται από την βλάχικη γλώσσα και συναντάται και ως τίτλος τραγουδιού στο ρεπερτόριο των Βλάχων, το οποίο σχετίζεται με την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, ιδιαίτερα με τη Ρουμανία αλλά και την Ελλάδα, παράγοντας συνεχώς νέες εκτελέσεις και διασκευές (για περισσότερα βλέπε την ηχογράφηση «Τούντε, Τούντε»).
Η θεωρία της σχέσης με το βλάχικο στοιχείο ενισχύεται και από την εμφάνιση μουσικής φράσης του παρόντος οργανικού κομματιού, συγκεκριμένα από το 1′ 33″ έως το 1′ 48″ και από το 2′ 06″ έως το 2′ 39″, στο τραγούδι «Βλάχικο Δεσσούρα», η γλώσσα του οποίου φαίνεται πως είναι μείξη της ρουμανικής με τη βλάχικη (ή αρωμουνική). Η μουσική φράση που εξετάζουμε εισάγεται οργανικά στο 0′ 01″ έως το 0′ 12″ και επαναλαμβάνεται και στο τραγουδιστικό μέρος, από το 0′ 26″ έως το 0′ 38″. Η ηχογράφηση πραγματοποιήθηκε στη Σμύρνη μεταξύ 15-18 Δεκεμβρίου 1911 από τον ηχολήπτη Arthur Clarke (για περισσότερα βλ. στον ιστότοπο του Hugo Strötbaum Recording Pioneers). Αν και στην ετικέτα του δίσκου αναγράφεται ως τραγουδιστής ο Κύριος Σαλάβαρης ("Monsieur Salavaris"), σύμφωνα με τη βάση δεδομένων που προέκυψε από την έρευνα του Alan Kelly, στην ηχογράφηση συμμετέχει η Σμυρναίικη Εστουδιαντίνα του Βασιλάκη, δηλαδή του Βασίλη Σιδερή, ["Smyrneiki Estudiantina (Vasilaki) (Alexandrian Greek)"] και ο Γιώργος Σαβαρής ("Savaris"). Ωστόσο, στο 0′ 52″ της ηχογράφησης ακούγεται η προσφώνηση «Γεια σου, ασπρομαλλούση Σαλάβαρη». Επίσης, στην προναφερθείσα πηγή δίπλα στον τίτλο του τραγουδιού ([Vlachiko] Dessoura) αναγράφεται "Rumanian Romance".
Παραλλαγή αυτή της φράσης συναντάμε και σε μία άλλη ηχογράφηση με αρμόνικα. Συγκεκριμένα στο οργανικό κομμάτι «Σέρβικο» που ηχογραφήθηκε τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο του 1927 στην Κωνσταντινούπολη από τους Γιάννη Καλαϊτζόγλου και Βασίλη Ψαμαθιανό (Columbia UK W 22089 – 12318, Columbia Ελλάδας W 22089 – D.G. 2024 και Columbia USA W 22089 – 7042-F).
Ο σκοπός εντοπίζεται στο ρουμανικό ρεπερτόριο. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνεται στη συλλογή "10 Chansons Nationales Roumaines", η οποία εκδόθηκε το 1897 στη Λειψία από τον C.G. Röder και περιέχει δέκα ρουμανικά τραγούδια σε διασκευή για πιάνο του Ρουμάνου συνθέτη και πιανίστα Guillaume Şorban (Arad, Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, 2 Φεβρουαρίου 1876 - Dej, Ρουμανία, 7 Ιουλίου 1923). Ο σκοπός φέρει τον τίτλο "Ιnsura-maşi, insura..." (Παντρέψου, παντρέψου, βλ. εδώ σελ. 6) και προέρχεται από την Têrnava mare, περιοχή στην Τρανσυλβανία της σημερινής Ρουμανίας.
Στη βάση δεδομένων του Alan Kelly καταγράφεται ηχογράφηση με τον τίτλο "De insurat mas insure" [De' insurat m' as insure] από τον Chitaristul Jonescu (Zonophone 13073 – 13073 και Gramophone 3-12828), αχρονολόγητη με τόπο ηχογράφησης το Λονδίνο. Σύμφωνα με κατάλογο της Zonophone που συνέταξε ο Christian Zwarg (βλ. εδώ), η ηχογράφηση πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 1903 στο Ιάσιο. Καθώς δεν έχει εντοπιστεί το ηχητικό υλικό, δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε εάν αφορά το ίδιο κομμάτι.
Στις 8 Ιουνίου 1918 η Orchestra Regală Română, οργανικό κουαρτέτο αποτελούμενο από τέσσερεις ταμπουρίτσες, πραγματοποιεί στη Νέα Υόρκη για λογαριασμό της Victor την ηχογράφηση "Dansuri Romăneşti" (Victor B-22000 – 72229-B και Zonophone Record X-7-10007 / A22000 – 3454). Όπως αναφέρεται και στην ετικέτα του δίσκου, πρόκειται για απάνθισμα ρουμανικών χορών (Potpourri of Roumanian Dances). Ανάμεσά τους περιλαμβάνεται, από το 1′ 23″ περίπου, και ο σκοπός που εξετάζουμε. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η ηχογράφηση ολοκληρώνεται με μία άλλη γνώριμη στο ελληνικό ρεπερτόριο μελωδία, αυτή του τραγουδιού «Εγώ θέλω πριγκηπέσα» (από το 2′ 36″). Σημειώνουμε, τέλος, ότι το συγκεκριμένο κουαρτέτο πραγματοποίησε για τη Victor εννέα ηχογραφήσεις (βλ. εδώ), στις οποίες εμφανίζεται με τρία ονόματα ανάλογα με το ρεπερτόριο το οποίο εκτελεί: ως Orchestra Regală Română και Căntat de Tamburas για το ρουμανικό και ως Serbian Quartet για το σερβικό και κροατικό.
Τον σκοπό τον συναντάμε και στην ηχογράφηση "Ciocârlanul (The Lark)" (Ο κορυδαλλός), την οποία πραγματοποίησε το 1956 στη Νέα Υόρκη ο Ούγγρος τσιγγάνος βιολιστής Frank Richko and his Romanian Gypsy Orchestra (The Folk Dancer F8OB-1821-1 – MH-1122-B).
Όσον αφορά τη νεότερη δισκογραφία, παραλλαγή του σκοπού ανιχνεύεται στη "Syrba No. 1 in A Minor", σύνθεση του Vassily Boz o οποίος διευθύνει το ορχηστρικό σύνολο της ηχογράφησης. Περιλαμβάνεται στο LP "Moldavian Folk Dances" (Monitor Records MF 314) που κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ το 1966.
Ο Γιώργος Κοκκώνης (2017b: 133-161), ερευνώντας "το άγνωστο αυτό κεφάλαιο των δημιουργικών συνομιλιών μεταξύ πολλαπλών εθνοπολιτισμικών ομάδων" και επιχειρώντας "μια πρώτη προσέγγιση της διείσδυσης των λαϊκών μουσικών παραδόσεων της Ρουμανίας στις ελληνικές αντίστοιχες, με βάση τις δισκογραφικές πηγές" αναφέρει για τη σίρμπα, τη χόρα και τη σχέση τους με το χασάπικο και σέρβικο:
"Κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο, οι όροι hora και sirba της ρουμανικής γλώσσας φαίνεται ότι μετασχηματίζονται ελληνιστί σε χασάπικο και σέρβικο, εβραϊστί (yiddish) σε bulgar και freylekhs, τουρκιστί σε kasap, hora, longa και sirto. Χασάπικο και kasap είναι λέξεις κλειδιά για την κατανόηση της εξέλιξης αυτής. Στις γραπτές πηγές, hora και sirba φαίνεται να ταυτίζονται ως χοροί με το σινάφι των χασάπηδων της Κωνσταντινούπολης και τις εμπορικές συνδέσεις μεταφοράς βοοειδών από την Μολδαβία και την Βλαχία στην Πόλη, που μαρτυρούνται ήδη από τον 16ο αιώνα. [...] Είναι πολλοί οι χοροί που αποκαλούνται χόρα, σίρμπα, σέρβικο, χασάπικο, χασαποσέρβικο, συρτό χασάπικο, συρτό πολίτικο κ.ά., συναποτελώντας μια μεγάλη ομάδα με κοινά ρυθμολογικά χαρακτηριστικά, παρότι απλώνονται σε μια διευρυμένη μουσικοχορευτική γεωγραφία. Φαίνεται από το υλικό αυτό ότι η χόρα, ταυτισμένη με τη σίρμπα, γνωρίζει διάφορες τοπικές παραλλαγές. [...]
Στο αστικό τραγούδι του 20ού αιώνα, όπως αποτυπώνεται στις πηγές αυτές [δισκογραφία], το δίδυμο χόρα-σίρμπα μεταμορφώνεται σταδιακά πλήρως, ορίζοντας ένα νέο σχήμα, όπου η εναλλαγή αργό-γρήγορο είτε περιορίζεται ως καταληκτικό γύρισμα σε φωνητικές ή οργανικές συνθέσεις, είτε παίρνει τη μορφή χασάπικο-χασαποσέρβικο, με το αργό μέρος να περιλαμβάνει παλιές χόρες αργής ταχύτητας και το γρήγορο χόρες γρήγορης ταχύτητας, αλλά και σίρμπες.[...]
Η λέξη σίρμπα μαρτυρείται πολύ νωρίς στις ηχογραφήσεις ελληνικού ενδιαφέροντος, από την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. [...] Η συζευγμένη χρήση των όρων σίρμπα-χασάπικο καθιερώνεται τις επόμενες δεκαετίες. [...]
Κατά την αναγραφή τους πάνω στην ετικέτα του δίσκου, αξίζει να σημειωθεί ότι ο δεύτερος δεν βρίσκεται πλέον εντός παρενθέσεων, αλλά με παύλα δίπλα από τον πρώτο: «Serba – Hasapeko», υποδηλώνοντας είτε ταύτιση είτε μουσικό γύρισμα. [...]
Όπως είναι γνωστό η λέξη «σίρμπα» αποδίδει τη ρουμανική sârbă, που η προφορά της πλησιάζει περισσότερο στο ελληνικό «σι», παρά στο «σε». Η παραφθορά σε «σέρμπα» ωστόσο εδραιώνεται και βαθμιαία οδηγεί στην εσφαλμένη συσχέτιση της σίρμπας με την Σερβία, παγιώνοντας τους κοινούς σήμερα τύπους σέρβικο, χασαποσέρβικο και σερβικάκι.
Συμπερασματικά, ο όρος χασάπικο, ο οποίος ταυτίστηκε στη δισκογραφία με την Κωνσταντινούπολη, φαίνεται να έχει προκύψει ως συσσωμάτωση δυο μορφών, της χόρας και της σίρμπας. Αν και αυτό δεν συμβαίνει συστηματικά, με ακρίβεια και συνέπεια, η γένεσή του πρέπει να νοηθεί ως διαδικασία μουσικού μετασχηματισμού και αποεδαφικοποίησης, την οποία άλλωστε μαρτυρούν οι επιθετικοί προσδιορισμοί «ρουμάνικος» και «βλάχικος». Παρότι η μετέπειτα χρήση του όρου χασάπικο και της εξέλιξής του σε χασαποσέρβικο επιβλήθηκε τελικά στον χώρο της δισκογραφίας, η φύση του είναι απότοκη ενός διεσταλμένου γεωγραφικά χώρου, με πολυπολιτισμικές συνιστώσες".
© 2019 ΑΡΧΕΙΟ ΚΟΥΝΑΔΗ