Η ηχογράφηση περιλαμβάνει το τραγούδι «Κρέμεται» σε μουσική του Γρηγόρη Κωνσταντινίδη και στίχους του Αιμίλιου Δραγάτση. Τραγουδά ο Γιώργος Βιδάλης, ο οποίος αναγράφεται εσφαλμένα στην ετικέτα ως Βιτάλης, και χορωδία με τη συνοδεία τζαζ μπαντ. Η ηχογράφηση πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα το 1925 για την Odeon (Gο 104 – A 154102/GA-1011) και επανεκδόθησε στις ΗΠΑ από την Odeon USA (28026-Β).
Το τραγούδι προέρχεται από την επιθεώρηση «Μπαλαρίνα» του 1925, σε κείμενο του Αιμίλιου Δραγάτση και μουσική του Γρηγόρη Κωνσταντινίδη. Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1925 στο θέατρο Κοτοπούλη από τον θίασο Κοτοπούλη.
Η παρτιτούρα του τραγουδιού εκδόθηκε στην Αθήνα το 1925 από τους οίκους Γαϊτάνου – Κωνσταντινίδου – Σταρρ με τον τίτλο «Το φοξ της μπαλαρίνας – Κρέμεται!...».
Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα είναι όσα σημειώνει ο Θόδωρος Χατζηπανταζής (Χατζηπανταζής – Μαράκα, 1977, 1: 90-93) για τις αποκριάτικες επιθεωρήσεις, στις οποίες κατατάσσει την «Μπαλαρίνα»:
«Οι αποκριάτικες επιθεωρήσεις απόκτησαν γρήγορα έναν εντελώς δικό τους χαρακτήρα, που τις έκανε να ξεχωρίζουν από την υπόλοιπη επιθεωρησιακή παράδοση. Στη διαμόρφωση του χαρακτήρα αυτού συντέλεσαν πολλοί παράγοντες, οι σπουδαιότεροι από τους οποίους πρέπει να θεωρηθούν πρώτα απ' όλα οι συνθήκες τις παράστασής τους και ύστερα η σκοπιμότητα που υπηρετούσε η τελευταία. Για την ακρίβεια, η παράσταση των αποκριάτικων επιθεωρήσεων δεν αποτελούσε ένα αυτοτελές θεατρικό γεγονός, αλλά εντασσόταν μέσα σ' ένα ευρύτερο πλαίσιο εποχικών πανηγυρισμών. Εμφανιζόταν, δηλαδή, σαν μια από τις ψυχαγωγικές ατραξιόν μιας βραδιάς που συμπεριλάβαινε και πλήθος άλλων εκδηλώσεων: διαγωνισμούς χορού, τυχερά παιχνίδια, διαγωνισμούς μεταμφίεσης κτλ. Τα σύνθετα αυτά προγράμματα αποκριάτικης ψυχαγωγίας στεγάζονταν στις αίθουσες των θεάτρων της πρωτεύουσας, που διαρρυθμίζονταν κατάλληλα την εποχή αυτή.[...]
Η ατμόσφαιρα που επικρατούσε κατά τη διάρκεια αυτών των παραστάσεων χωρίς άλλο θα έκανε να σταθούν στον αέρα οι τρίχες της κεφαλής κάθε αγαθού φιλότεχνου, που πιστεύει πως το θέατρο είναι μια ανόθευτη αισθητική απόλαυση. Το κοινό ενθαρρυνόταν να πετά στους ηθοποιούς κομφετί και σερπαντίνες, κέρινα αυγά και λουλούδια. [...]
Κατά τις "μικρές" πρωινές ώρες, μετά την παράσταση, το κοινό χόρευε, έπαιζε τόμπολα και έπαιρνε μέρος σε διάφορους διαγωνισμούς, όπως είπαμε πιο πάνω.[...]
Ο Μεγάλος Πόλεμος [Α' Παγκόσμιος Πόλεμος], με την οικονομική κρίση που έφερε στη χώρα το 1917, δεν είχε μόνο δώσει στις διασκεδάσεις ένα τόνο ξέφρενου και απελπισμένου γλεντιού. Είχε δημιουργήσει και μια νέα τάξη "αισχροκερδών" νεόπλουτων, που διασκέδαζαν την ευημερία τους με δικό τους τρόπο.
Η Αποκριάτικη Επιθεώρηση δεν άργησε να εγκλιματιστεί στο ιδιόρρυθμο περιβάλλον της. Απόκτησε μια λαμπερή φαντεζίστικη όψη, με ιδιαίτερη έμφαση στον πλούτο των κοστουμιών και στη ζωηρότητα μουσικής και του χορού. Ο θίασος ενισχυόταν πάντα αυτή την εποχή του χρόνου με "ευγράμμους κυρίας". Το κείμενο περιοριζόταν στο ελάχιστο και συγκεντρωνόταν σχεδόν αποκλειστικά γύρω από μια σειρά τολμηρών σεξουαλικών υπονοούμενων. Η σκανδαλιστική καλαμπουρολογία έγινε το βασικότερο χαρακτηριστικό του επιθεωρησιακού αυτού είδους, τα περισσότερα δείγματα του οποίου διαφημίζονταν από τις στήλες των εφημερίδων ως "ακατάλληλα δια δεσποινίδας". Ο κόσμος θεωρούσε την ελευθεροστομία σαν κάτι το εντελώς φυσικό για τα θεάματα αυτά και δυσανασχετούσε, όταν σε μια αποκριάτικη επιθεώρηση, εισχωρούσε σοβαρή πολιτική σάτιρα.[...]
Κλασική έμεινε, με τα ελευθερόστομα τραγούδια της και τις τολμηρές σκηνές της, η "Μπαλαρίνα" (1925-1927) του Αιμίλιου Δραγάτση, που παιζόταν από τον θίασο Κοτοπούλη. Ακόμη και μετά την αποχώρηση της πρωταγωνίστριας του από τη μουσική σκηνή στα 1918, ο θίασος Μαρίκας Κοτοπούλη δεν μπορούσε να αγνοήσει σαν επιχείρηση τα σίγουρα εποχικά κέρδη των αποκριάτικων επιθεωρήσεων και ανέβαζε οπωσδήποτε μία κάθε χρόνο, χωρίς τη συμμετοχή της ίδιας της Μαρίκας.»
Γύρω στα 1926 ο Efim Schachmeister με την ορχήστρα του (Efim Schachmeister Künstler-Ensemble) ηχογραφεί στο Βερολίνο τον σκοπό με τον τίτλο “La Balarina”. Η ηχογράφηση κυκλοφόρησε από την Schallplatte “Grammophon” (197 bf – 20415 – B 41207) και από την Polydor (Polydor 197 bf – 20415 – B 41207). Στην ετικέτα αυτής της έκδοσης η ορχήστρα αναγράφεται ως The Efim Dance Orchestra.
Ο βιολιστής και αρχιμουσικός Efim Schachmeister (22 Ιουλίου 1894 – 6 Οκτωβρίου 1944), το πραγματικό όνομα του οποίο ήταν Chaim Chaissowsky, γεννήθηκε στο Κίεβο σε εβραϊκή οικογένεια και σπούδασε στο Stern Conservatory του Βερολίνου (1910–1913). Από τα τέλη της δεκαετίας του 1910 εμφανιζόταν με την ορχήστρά του σε γνωστούς χώρους διασκέδασης του Βερολίνου και πραγματοποίησε πολυάριθμες ηχογραφήσεις για μεγάλες γερμανικές δισκογραφικές εταιρείες (βλ. εδώ και εδώ). Μετά την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού εγκατέλειψε τη Γερμανία, έζησε αρχικά στο Λουξεμβούργο και από το 1939 εγκαταστάθηκε στην Αργεντινή, όπου πέθανε στο Μπουένος Άιρες το 1944. Για περισσότερα σχετικά με τη ζωή και τη δισκογραφία του βλέπε εδώ και εδώ).
Η ηχογράφηση περιλαμβάνει το τραγούδι «Κρέμεται» σε μουσική του Γρηγόρη Κωνσταντινίδη και στίχους του Αιμίλιου Δραγάτση. Τραγουδά ο Γιώργος Βιδάλης, ο οποίος αναγράφεται εσφαλμένα στην ετικέτα ως Βιτάλης, και χορωδία με τη συνοδεία τζαζ μπαντ. Η ηχογράφηση πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα το 1925 για την Odeon (Gο 104 – A 154102/GA-1011) και επανεκδόθησε στις ΗΠΑ από την Odeon USA (28026-Β).
Το τραγούδι προέρχεται από την επιθεώρηση «Μπαλαρίνα» του 1925, σε κείμενο του Αιμίλιου Δραγάτση και μουσική του Γρηγόρη Κωνσταντινίδη. Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1925 στο θέατρο Κοτοπούλη από τον θίασο Κοτοπούλη.
Η παρτιτούρα του τραγουδιού εκδόθηκε στην Αθήνα το 1925 από τους οίκους Γαϊτάνου – Κωνσταντινίδου – Σταρρ με τον τίτλο «Το φοξ της μπαλαρίνας – Κρέμεται!...».
Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα είναι όσα σημειώνει ο Θόδωρος Χατζηπανταζής (Χατζηπανταζής – Μαράκα, 1977, 1: 90-93) για τις αποκριάτικες επιθεωρήσεις, στις οποίες κατατάσσει την «Μπαλαρίνα»:
«Οι αποκριάτικες επιθεωρήσεις απόκτησαν γρήγορα έναν εντελώς δικό τους χαρακτήρα, που τις έκανε να ξεχωρίζουν από την υπόλοιπη επιθεωρησιακή παράδοση. Στη διαμόρφωση του χαρακτήρα αυτού συντέλεσαν πολλοί παράγοντες, οι σπουδαιότεροι από τους οποίους πρέπει να θεωρηθούν πρώτα απ' όλα οι συνθήκες τις παράστασής τους και ύστερα η σκοπιμότητα που υπηρετούσε η τελευταία. Για την ακρίβεια, η παράσταση των αποκριάτικων επιθεωρήσεων δεν αποτελούσε ένα αυτοτελές θεατρικό γεγονός, αλλά εντασσόταν μέσα σ' ένα ευρύτερο πλαίσιο εποχικών πανηγυρισμών. Εμφανιζόταν, δηλαδή, σαν μια από τις ψυχαγωγικές ατραξιόν μιας βραδιάς που συμπεριλάβαινε και πλήθος άλλων εκδηλώσεων: διαγωνισμούς χορού, τυχερά παιχνίδια, διαγωνισμούς μεταμφίεσης κτλ. Τα σύνθετα αυτά προγράμματα αποκριάτικης ψυχαγωγίας στεγάζονταν στις αίθουσες των θεάτρων της πρωτεύουσας, που διαρρυθμίζονταν κατάλληλα την εποχή αυτή.[...]
Η ατμόσφαιρα που επικρατούσε κατά τη διάρκεια αυτών των παραστάσεων χωρίς άλλο θα έκανε να σταθούν στον αέρα οι τρίχες της κεφαλής κάθε αγαθού φιλότεχνου, που πιστεύει πως το θέατρο είναι μια ανόθευτη αισθητική απόλαυση. Το κοινό ενθαρρυνόταν να πετά στους ηθοποιούς κομφετί και σερπαντίνες, κέρινα αυγά και λουλούδια. [...]
Κατά τις "μικρές" πρωινές ώρες, μετά την παράσταση, το κοινό χόρευε, έπαιζε τόμπολα και έπαιρνε μέρος σε διάφορους διαγωνισμούς, όπως είπαμε πιο πάνω.[...]
Ο Μεγάλος Πόλεμος [Α' Παγκόσμιος Πόλεμος], με την οικονομική κρίση που έφερε στη χώρα το 1917, δεν είχε μόνο δώσει στις διασκεδάσεις ένα τόνο ξέφρενου και απελπισμένου γλεντιού. Είχε δημιουργήσει και μια νέα τάξη "αισχροκερδών" νεόπλουτων, που διασκέδαζαν την ευημερία τους με δικό τους τρόπο.
Η Αποκριάτικη Επιθεώρηση δεν άργησε να εγκλιματιστεί στο ιδιόρρυθμο περιβάλλον της. Απόκτησε μια λαμπερή φαντεζίστικη όψη, με ιδιαίτερη έμφαση στον πλούτο των κοστουμιών και στη ζωηρότητα μουσικής και του χορού. Ο θίασος ενισχυόταν πάντα αυτή την εποχή του χρόνου με "ευγράμμους κυρίας". Το κείμενο περιοριζόταν στο ελάχιστο και συγκεντρωνόταν σχεδόν αποκλειστικά γύρω από μια σειρά τολμηρών σεξουαλικών υπονοούμενων. Η σκανδαλιστική καλαμπουρολογία έγινε το βασικότερο χαρακτηριστικό του επιθεωρησιακού αυτού είδους, τα περισσότερα δείγματα του οποίου διαφημίζονταν από τις στήλες των εφημερίδων ως "ακατάλληλα δια δεσποινίδας". Ο κόσμος θεωρούσε την ελευθεροστομία σαν κάτι το εντελώς φυσικό για τα θεάματα αυτά και δυσανασχετούσε, όταν σε μια αποκριάτικη επιθεώρηση, εισχωρούσε σοβαρή πολιτική σάτιρα.[...]
Κλασική έμεινε, με τα ελευθερόστομα τραγούδια της και τις τολμηρές σκηνές της, η "Μπαλαρίνα" (1925-1927) του Αιμίλιου Δραγάτση, που παιζόταν από τον θίασο Κοτοπούλη. Ακόμη και μετά την αποχώρηση της πρωταγωνίστριας του από τη μουσική σκηνή στα 1918, ο θίασος Μαρίκας Κοτοπούλη δεν μπορούσε να αγνοήσει σαν επιχείρηση τα σίγουρα εποχικά κέρδη των αποκριάτικων επιθεωρήσεων και ανέβαζε οπωσδήποτε μία κάθε χρόνο, χωρίς τη συμμετοχή της ίδιας της Μαρίκας.»
Γύρω στα 1926 ο Efim Schachmeister με την ορχήστρα του (Efim Schachmeister Künstler-Ensemble) ηχογραφεί στο Βερολίνο τον σκοπό με τον τίτλο “La Balarina”. Η ηχογράφηση κυκλοφόρησε από την Schallplatte “Grammophon” (197 bf – 20415 – B 41207) και από την Polydor (Polydor 197 bf – 20415 – B 41207). Στην ετικέτα αυτής της έκδοσης η ορχήστρα αναγράφεται ως The Efim Dance Orchestra.
Ο βιολιστής και αρχιμουσικός Efim Schachmeister (22 Ιουλίου 1894 – 6 Οκτωβρίου 1944), το πραγματικό όνομα του οποίο ήταν Chaim Chaissowsky, γεννήθηκε στο Κίεβο σε εβραϊκή οικογένεια και σπούδασε στο Stern Conservatory του Βερολίνου (1910–1913). Από τα τέλη της δεκαετίας του 1910 εμφανιζόταν με την ορχήστρά του σε γνωστούς χώρους διασκέδασης του Βερολίνου και πραγματοποίησε πολυάριθμες ηχογραφήσεις για μεγάλες γερμανικές δισκογραφικές εταιρείες (βλ. εδώ και εδώ). Μετά την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού εγκατέλειψε τη Γερμανία, έζησε αρχικά στο Λουξεμβούργο και από το 1939 εγκαταστάθηκε στην Αργεντινή, όπου πέθανε στο Μπουένος Άιρες το 1944. Για περισσότερα σχετικά με τη ζωή και τη δισκογραφία του βλέπε εδώ και εδώ).
© 2019 ΑΡΧΕΙΟ ΚΟΥΝΑΔΗ