Σερενάτα Σούμπερτ

Διασκευή με ελληνικούς στίχους της Ständchen, ή Serenade, για φωνή και πιάνο σε μουσική του Franz Schubert και στίχους του Ludwig Rellstab.

Περιλαμβάνεται, ως τέταρτο τραγούδι, στον κύκλο 14 τραγουδιών Schwanengesang D 957, σε στίχους των Ludwig Rellstab, Heinrich Heine, Johann Gabriel Seidl. Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά σε παρτιτούρα το 1829 στη Βιέννη από τον Tobias Haslinger.

Ηχογραφήθηκε και διασκευάστηκε αμέτρητες φορές στην ιστορική δισκογραφία πολλών κρατών με διάφορες μορφές και σε διάφορες περιοχές και γλώσσες.

Για εκτελέσεις βλ. εδώ, εδώ και εδώ, στη βάση δεδομένων που προέκυψε από την έρευνα του Alan Kelly (www.kellydatabase.org) καθώς και στην ιστοσελίδα του αρχείου του Yuri Bernikov.

Ενδεικτικά μερικές από τις παλιότερες εκτελέσεις:

- Ferruccio Giannini, ΗΠΑ 1898 (Berliner 1920).
- E. Francisco, ΗΠΑ, Φεβρουάριος 1900 (Berliner 01006)
- Пѣснь моя летитъ, М.А.Михайлова, Αγία Πετρούπολη 1905 (Gramophone 2852L - 23475)
- Charles D'Almaine - Darius Lyons, Φιλαδέλφεια, ΗΠΑ, 2 Ιανουαρίου 1906 (Victor C-2974 -31493)

Ελληνική παρτιτούρα σε διασκευή του Γ.Δ. και στίχους του Δημ. Ι. κυκλοφόρησε από το περιοδικό "Εβδομάς" καθώς και από τον εκδοτικό οίκο Γεωργίου Φέξη το 1900 σε επιμέλεια Διονύσιου Λαυράγκα.

Στην ελληνική ιστορική δισκογραφία ηχογραφήθηκε από τον Μιχάλη Θωμάκο, τον Λύσανδρο Ιωαννίδη, τον Αντώνη Καλαμπούση και τη Μαρίκα Παπαγκίκα (παρούσα εκτέλεση).

Στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας "Το ελληνικόν θέατρον" (Έτος Ι', αριθ. 185, Σεπτέμβριος 1934) δημοσιεύεται χρονογράφημα του Θ. [Θεόφραστου] Ι. Σακελλαρίδη με τίτλο "Σούμπερτ", το οποίο αναφέρεται μεταξύ άλλων και στη Σερενάτα του Αυστριακού συνθέτη: «Ο Αριστοτέλης λέγει κάπου ότι και το να πεθάνη κανείς εις την Ελλάδα είνε ζαλωτός πότμος, δηλαδή ζηλευτή συμφορά. Εάν όμως ο Αριστοτέλης εζούσε σήμερα, θα έγραφε ασφαλώς ότι το να δοξάζεται κανείς εις την Ελλάδα είνε η μεγαλειτέρα συμφορά και το φρικωδέστερον ρεζιλίκι. Παράδειγμα ο μεγάλος μουσουργός Σούμπερτ. Όσο η μούσα του επτερύγιζε εις όλον τον έξω κόσμον, ήτο μια λατρεία. Από τη στιγμή όμως που εισήλθε εις την Ελλάδα, έγινε ρουτίνα. Εχορεύθη ως φοξ, εχορεύθη ως ταγκό, εμπήκε εις τας επιθεωρήσεις, έγινε νούμερο. Μία κινηματογραφική ταινία τον έκανε "δημοφιλή συνθέτην" και τον ετάραξε. "Βάρα λίγο Σούμπερτ, αδερφάκι", φωνάζει στον βιολιτζή ο βλάμης που γλεντά με την παρέα του στο εξοχικό κέντρο. "Ιβί καλέ Ευζοκία, τώμαθες το νέο βαλσάκι που ήβγαλε το σινεμά", ερωτά η προσφυγίνα Μαρίτσα εις τους Ποδαράδες, εννοούσα την περίφημη σερενάταν. Ιβί και αν τ' άκουγε αυτά από καμιά μεριά σήμερα η κόμησσα Εστερχάζυ, που είχε ερωτευθή από θαυμασμό τον μεγάλο συνθέτην, τι ντεζιλουζιόν θα πάθανε η συφοριασμένη. Δεν είνε και μικρό πράγμα να ακούς τον Σούμπερτ στην ταβέρνα μαι μάλιστα εκτελούμενον από μπαγλαμάν. Εις την Ευρώπην η γαλήνια μουσική του θεωρείται άσπιλη παρθένος, εις την Ελλάδα εμπήκε στο λαρύγγι της Κατινάρας και έγινε νταλγκάς.
Αλλά δεν αρκούν μόνο αυτά. Το συμπλήρωμα της δόξης (!) συνετελέσθη. Όλα μπορούσε να φαντασθή ο Σούμπερτ, αλλά όχι και ότι θα έμπαινε εις την Αθηναϊκήν ρομβίαν. Εις ένα καφεδάκι ενός στενού δρομάκου της Πλάκας εκάθησε προχθές ο γράφων αυτάς τας γραμμάς να ξεκουρασθή λίγο, οπόταν καταφθάνει η ρομβία και αρχίζει να παίζη Σούμπερτ. Το "γελεκάκι", το "καλογεράκι", το "μια γυναίκα πέρασε" και όλαι αι άλλαι "επιτυχίαι" του είχαν παραχωρήση την θέσιν των. Κατόπιν ο λατερνατζής ήρθε προτείνων το πιατάκι και σε μένα. Έβγαλα υπερηφάνως και τουδωσα ένα φράγκο, αφού κατήντησε ο Σούμπερτ εις τον τόπον μας να έχη ανάγκην και του ιδικού μου φράγκου, και έπειτα τον είδα να προσορμίζεται στη γειτονική ταβέρνα για να γευματίση. Το μενού του Σούμπερτ ήταν λίγες μαριδούλες, λίγη φέτα και ένα εκατοσταράκι. Τόσα είχε βγάλη. Δυστυχής άνθρωπος! Πριν κερδίση την αθανασίαν δεν είχε ψωμί να φάη και έβαζε τα ρούχα του ενέχυρον. Μετά που εκέρδισε, μαζεύει δεκάρες στα στενά της Πλάκας. Τι ρεζιλίκι που είνε η δόξη στην Ελλάδα!»

Δημιουργός (Συνθέτης):
Στιχουργός:
[Γερμανικοί στίχοι: Rellstab Ludwig] Ελληνικοί στίχοι: Άγνωστος
Τραγουδιστές:
Παπαγκίκα Μαρίκα
Ορχήστρα-Εκτελεστές:
[Βιολί (Μακεδόνας Αθανάσιος), τσέλο (Σιφνιός Μάρκος), τσίμπαλο (Παπαγκίκας Κώστας)]
Χρονολογία ηχογράφησης:
07/1919
Τόπος ηχογράφησης:
Νέα Υόρκη
Γλώσσα/ες:
Ελληνικά
Εκδότης:
Columbia USA
Αριθμός καταλόγου:
E 5187
Αριθμός μήτρας:
59576
Διάρκεια:
04:33
Θέση τεκμηρίου:
Δισκοθήκη Αρχείου Κουνάδη
Φυσική περιγραφή:
Δίσκος 12'' (30 εκατοστών)
Προέλευση:
Αρχείο Κουνάδη
Αναγνωριστικό:
Col_E5187_SerenataSchubert
Άδεια χρήσης:
cc
Παραπομπή:
Αρχείο Κουνάδη, "Σερενάτα Σούμπερτ", 2019, https://vmrebetiko.gr/item?id=9395

Διασκευή με ελληνικούς στίχους της Ständchen, ή Serenade, για φωνή και πιάνο σε μουσική του Franz Schubert και στίχους του Ludwig Rellstab.

Περιλαμβάνεται, ως τέταρτο τραγούδι, στον κύκλο 14 τραγουδιών Schwanengesang D 957, σε στίχους των Ludwig Rellstab, Heinrich Heine, Johann Gabriel Seidl. Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά σε παρτιτούρα το 1829 στη Βιέννη από τον Tobias Haslinger.

Ηχογραφήθηκε και διασκευάστηκε αμέτρητες φορές στην ιστορική δισκογραφία πολλών κρατών με διάφορες μορφές και σε διάφορες περιοχές και γλώσσες.

Για εκτελέσεις βλ. εδώ, εδώ και εδώ, στη βάση δεδομένων που προέκυψε από την έρευνα του Alan Kelly (www.kellydatabase.org) καθώς και στην ιστοσελίδα του αρχείου του Yuri Bernikov.

Ενδεικτικά μερικές από τις παλιότερες εκτελέσεις:

- Ferruccio Giannini, ΗΠΑ 1898 (Berliner 1920).
- E. Francisco, ΗΠΑ, Φεβρουάριος 1900 (Berliner 01006)
- Пѣснь моя летитъ, М.А.Михайлова, Αγία Πετρούπολη 1905 (Gramophone 2852L - 23475)
- Charles D'Almaine - Darius Lyons, Φιλαδέλφεια, ΗΠΑ, 2 Ιανουαρίου 1906 (Victor C-2974 -31493)

Ελληνική παρτιτούρα σε διασκευή του Γ.Δ. και στίχους του Δημ. Ι. κυκλοφόρησε από το περιοδικό "Εβδομάς" καθώς και από τον εκδοτικό οίκο Γεωργίου Φέξη το 1900 σε επιμέλεια Διονύσιου Λαυράγκα.

Στην ελληνική ιστορική δισκογραφία ηχογραφήθηκε από τον Μιχάλη Θωμάκο, τον Λύσανδρο Ιωαννίδη, τον Αντώνη Καλαμπούση και τη Μαρίκα Παπαγκίκα (παρούσα εκτέλεση).

Στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας "Το ελληνικόν θέατρον" (Έτος Ι', αριθ. 185, Σεπτέμβριος 1934) δημοσιεύεται χρονογράφημα του Θ. [Θεόφραστου] Ι. Σακελλαρίδη με τίτλο "Σούμπερτ", το οποίο αναφέρεται μεταξύ άλλων και στη Σερενάτα του Αυστριακού συνθέτη: «Ο Αριστοτέλης λέγει κάπου ότι και το να πεθάνη κανείς εις την Ελλάδα είνε ζαλωτός πότμος, δηλαδή ζηλευτή συμφορά. Εάν όμως ο Αριστοτέλης εζούσε σήμερα, θα έγραφε ασφαλώς ότι το να δοξάζεται κανείς εις την Ελλάδα είνε η μεγαλειτέρα συμφορά και το φρικωδέστερον ρεζιλίκι. Παράδειγμα ο μεγάλος μουσουργός Σούμπερτ. Όσο η μούσα του επτερύγιζε εις όλον τον έξω κόσμον, ήτο μια λατρεία. Από τη στιγμή όμως που εισήλθε εις την Ελλάδα, έγινε ρουτίνα. Εχορεύθη ως φοξ, εχορεύθη ως ταγκό, εμπήκε εις τας επιθεωρήσεις, έγινε νούμερο. Μία κινηματογραφική ταινία τον έκανε "δημοφιλή συνθέτην" και τον ετάραξε. "Βάρα λίγο Σούμπερτ, αδερφάκι", φωνάζει στον βιολιτζή ο βλάμης που γλεντά με την παρέα του στο εξοχικό κέντρο. "Ιβί καλέ Ευζοκία, τώμαθες το νέο βαλσάκι που ήβγαλε το σινεμά", ερωτά η προσφυγίνα Μαρίτσα εις τους Ποδαράδες, εννοούσα την περίφημη σερενάταν. Ιβί και αν τ' άκουγε αυτά από καμιά μεριά σήμερα η κόμησσα Εστερχάζυ, που είχε ερωτευθή από θαυμασμό τον μεγάλο συνθέτην, τι ντεζιλουζιόν θα πάθανε η συφοριασμένη. Δεν είνε και μικρό πράγμα να ακούς τον Σούμπερτ στην ταβέρνα μαι μάλιστα εκτελούμενον από μπαγλαμάν. Εις την Ευρώπην η γαλήνια μουσική του θεωρείται άσπιλη παρθένος, εις την Ελλάδα εμπήκε στο λαρύγγι της Κατινάρας και έγινε νταλγκάς.
Αλλά δεν αρκούν μόνο αυτά. Το συμπλήρωμα της δόξης (!) συνετελέσθη. Όλα μπορούσε να φαντασθή ο Σούμπερτ, αλλά όχι και ότι θα έμπαινε εις την Αθηναϊκήν ρομβίαν. Εις ένα καφεδάκι ενός στενού δρομάκου της Πλάκας εκάθησε προχθές ο γράφων αυτάς τας γραμμάς να ξεκουρασθή λίγο, οπόταν καταφθάνει η ρομβία και αρχίζει να παίζη Σούμπερτ. Το "γελεκάκι", το "καλογεράκι", το "μια γυναίκα πέρασε" και όλαι αι άλλαι "επιτυχίαι" του είχαν παραχωρήση την θέσιν των. Κατόπιν ο λατερνατζής ήρθε προτείνων το πιατάκι και σε μένα. Έβγαλα υπερηφάνως και τουδωσα ένα φράγκο, αφού κατήντησε ο Σούμπερτ εις τον τόπον μας να έχη ανάγκην και του ιδικού μου φράγκου, και έπειτα τον είδα να προσορμίζεται στη γειτονική ταβέρνα για να γευματίση. Το μενού του Σούμπερτ ήταν λίγες μαριδούλες, λίγη φέτα και ένα εκατοσταράκι. Τόσα είχε βγάλη. Δυστυχής άνθρωπος! Πριν κερδίση την αθανασίαν δεν είχε ψωμί να φάη και έβαζε τα ρούχα του ενέχυρον. Μετά που εκέρδισε, μαζεύει δεκάρες στα στενά της Πλάκας. Τι ρεζιλίκι που είνε η δόξη στην Ελλάδα!»

Δημιουργός (Συνθέτης):
Στιχουργός:
[Γερμανικοί στίχοι: Rellstab Ludwig] Ελληνικοί στίχοι: Άγνωστος
Τραγουδιστές:
Παπαγκίκα Μαρίκα
Ορχήστρα-Εκτελεστές:
[Βιολί (Μακεδόνας Αθανάσιος), τσέλο (Σιφνιός Μάρκος), τσίμπαλο (Παπαγκίκας Κώστας)]
Χρονολογία ηχογράφησης:
07/1919
Τόπος ηχογράφησης:
Νέα Υόρκη
Γλώσσα/ες:
Ελληνικά
Εκδότης:
Columbia USA
Αριθμός καταλόγου:
E 5187
Αριθμός μήτρας:
59576
Διάρκεια:
04:33
Θέση τεκμηρίου:
Δισκοθήκη Αρχείου Κουνάδη
Φυσική περιγραφή:
Δίσκος 12'' (30 εκατοστών)
Προέλευση:
Αρχείο Κουνάδη
Αναγνωριστικό:
Col_E5187_SerenataSchubert
Άδεια χρήσης:
cc
Παραπομπή:
Αρχείο Κουνάδη, "Σερενάτα Σούμπερτ", 2019, https://vmrebetiko.gr/item?id=9395

Σχετικά τεκμήρια

Δείτε επίσης