Η εν λόγω τετρασέλιδη παρτιτούρα περιέχει το τραγούδι «Χαβάγια», σε μουσική και στίχους του Κλέωνος Τριανταφύλλου, γνωστού με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Αττίκ.
Το έγχρωμο εξώφυλλο κοσμείται από εικαστική σύνθεση με κυρίαρχο θέμα μία κιθάρα. Αναγράφονται «Αττικά τραγούδια», «2α έκδοσις», ο τίτλος του τραγουδιού, ο χαρακτηρισμός «Χαβανέζικο βαλς», το ονοματεπώνυμο του δημιουργού, το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο (Attic), «Επάνω στα μοτίβα της Παρισινής επιτυχίας "Pourtant" του ιδίου συνθέτου», «Λιθ. "ΣΕΤΛΑ" Καπνοκοπτηρίου 6 - Αθήναι» και «Εκδόσεις Αττίκ Αθήναι» (στα ελληνικά και γαλλικά). Φέρει, επίσης, δύο σφραγίδες κυανού χρώματος.
Στη δεύτερη σελίδα, φέρει την έντυπη αφιέρωση «Αφιερούται εις τους χαβαγιστάς της "ΜΑΝΤΡΑΣ"», σφραγίδα κυανού χρώματος στην οποία αναγράφεται «Αντίτυπον γνήσιον - Αττικά τραγούδια». Αναγράφεται επίσης, εντός πλαισίου, «Sur les motifs du Succès Parisien "Pourtant" Valse-hésitation du même compositeur» (Βασισμένο στα μοτίβα της παρισινής επιτυχίας "Pourtant" Valse-hésitation του ίδιου συνθέτη).
Στην τρίτη σελίδα, κάτω από το μουσικό κείμενο, αναγράφεται «Ριχ. Φρέτσα» και «Μόλις εξεδόθη - Μη ζηλεύεις (Λαϊκό ταγκό) του ιδίου».
Στο μονόχρωμο οπισθόφυλλο αναγράφονται οι τίτλοι τραγουδιών του συνθέτη.
Πρόκειται για παρτιτούρα με σύστημα τριών πενταγράμμων (δύο για το πιάνο και ένα για το τραγούδι).
Το τραγούδι «Χαβάγια» ηχογραφήθηκε το 1935 στην Αθήνα από την Κάκια Μένδρη με τη συνοδεία ορχήστρας και τις χαβάγιες του Κώστα Μπέζου (His Master's Voice OGA 201-1 – AO 2231).
Μέχρι στιγμής δεν έχει εντοπιστεί ηχογράφηση της γαλλικής εκδοχής του τραγουδιού στη δισκογραφία των 78 στροφών.
Ο Αττίκ (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Κλέωνος Τριανταφύλλου, 1885 – 1944) ήταν συνθέτης, στιχουργός, πιανίστας και τραγουδιστής και συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες μορφές του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού. Γόνος εύπορης οικογένειας Ελλήνων της Αιγύπτου, όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια, ήρθε από μικρή ηλικία σε επαφή με τη μουσική, λαμβάνοντας μαθήματα πιάνου και φλάουτου. Το 1902 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, συνέχισε τις μουσικές σπουδές στο Ωδείο Αθηνών και παράλληλα φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 1907 έως το 1913 έζησε στο Παρίσι, όπου πραγματοποίησε αξιόλογη σταδιοδρομία ως συνθέτης, συνεργαζόμενος με κορυφαίους μουσικούς, στιχουργούς και τραγουδιστές του γαλλικού τραγουδιού. Από την περίοδο αυτή εντοπίζονται σε παρτιτούρες περισσότερες από 280 συνθέσεις του (βλ. ενδεικτικά εδώ, εδώ, εδώ, εδώ, εδώ και εδώ), τις οποίες υπέγραφε ως Cléon Triandaphyl ή C. Attic. Πρόκειται κυρίως για γαλλόφωνα τραγούδια, ορισμένα από τα οποία ηχογραφήθηκαν και στη δισκογραφία των 78 στροφών (βλ. ενδεικτικά εδώ και εδώ), αλλά και έργα για πιάνο, οπερέτες (βλ. εδώ και εδώ) κ.ά. Το 1930 ίδρυσε τη «Μάντρα του Αττίκ», έναν καλλιτεχνικό χώρο που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού και ανέδειξε νέους δημιουργούς και ερμηνευτές (για περισσότερα σχετικά με το έργο και τη ζωή του Αττίκ, βλέπε εδώ, εδώ και εδώ).
Η εν λόγω τετρασέλιδη παρτιτούρα περιέχει το τραγούδι «Χαβάγια», σε μουσική και στίχους του Κλέωνος Τριανταφύλλου, γνωστού με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Αττίκ.
Το έγχρωμο εξώφυλλο κοσμείται από εικαστική σύνθεση με κυρίαρχο θέμα μία κιθάρα. Αναγράφονται «Αττικά τραγούδια», «2α έκδοσις», ο τίτλος του τραγουδιού, ο χαρακτηρισμός «Χαβανέζικο βαλς», το ονοματεπώνυμο του δημιουργού, το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο (Attic), «Επάνω στα μοτίβα της Παρισινής επιτυχίας "Pourtant" του ιδίου συνθέτου», «Λιθ. "ΣΕΤΛΑ" Καπνοκοπτηρίου 6 - Αθήναι» και «Εκδόσεις Αττίκ Αθήναι» (στα ελληνικά και γαλλικά). Φέρει, επίσης, δύο σφραγίδες κυανού χρώματος.
Στη δεύτερη σελίδα, φέρει την έντυπη αφιέρωση «Αφιερούται εις τους χαβαγιστάς της "ΜΑΝΤΡΑΣ"», σφραγίδα κυανού χρώματος στην οποία αναγράφεται «Αντίτυπον γνήσιον - Αττικά τραγούδια». Αναγράφεται επίσης, εντός πλαισίου, «Sur les motifs du Succès Parisien "Pourtant" Valse-hésitation du même compositeur» (Βασισμένο στα μοτίβα της παρισινής επιτυχίας "Pourtant" Valse-hésitation του ίδιου συνθέτη).
Στην τρίτη σελίδα, κάτω από το μουσικό κείμενο, αναγράφεται «Ριχ. Φρέτσα» και «Μόλις εξεδόθη - Μη ζηλεύεις (Λαϊκό ταγκό) του ιδίου».
Στο μονόχρωμο οπισθόφυλλο αναγράφονται οι τίτλοι τραγουδιών του συνθέτη.
Πρόκειται για παρτιτούρα με σύστημα τριών πενταγράμμων (δύο για το πιάνο και ένα για το τραγούδι).
Το τραγούδι «Χαβάγια» ηχογραφήθηκε το 1935 στην Αθήνα από την Κάκια Μένδρη με τη συνοδεία ορχήστρας και τις χαβάγιες του Κώστα Μπέζου (His Master's Voice OGA 201-1 – AO 2231).
Μέχρι στιγμής δεν έχει εντοπιστεί ηχογράφηση της γαλλικής εκδοχής του τραγουδιού στη δισκογραφία των 78 στροφών.
Ο Αττίκ (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Κλέωνος Τριανταφύλλου, 1885 – 1944) ήταν συνθέτης, στιχουργός, πιανίστας και τραγουδιστής και συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες μορφές του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού. Γόνος εύπορης οικογένειας Ελλήνων της Αιγύπτου, όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια, ήρθε από μικρή ηλικία σε επαφή με τη μουσική, λαμβάνοντας μαθήματα πιάνου και φλάουτου. Το 1902 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα, συνέχισε τις μουσικές σπουδές στο Ωδείο Αθηνών και παράλληλα φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 1907 έως το 1913 έζησε στο Παρίσι, όπου πραγματοποίησε αξιόλογη σταδιοδρομία ως συνθέτης, συνεργαζόμενος με κορυφαίους μουσικούς, στιχουργούς και τραγουδιστές του γαλλικού τραγουδιού. Από την περίοδο αυτή εντοπίζονται σε παρτιτούρες περισσότερες από 280 συνθέσεις του (βλ. ενδεικτικά εδώ, εδώ, εδώ, εδώ, εδώ και εδώ), τις οποίες υπέγραφε ως Cléon Triandaphyl ή C. Attic. Πρόκειται κυρίως για γαλλόφωνα τραγούδια, ορισμένα από τα οποία ηχογραφήθηκαν και στη δισκογραφία των 78 στροφών (βλ. ενδεικτικά εδώ και εδώ), αλλά και έργα για πιάνο, οπερέτες (βλ. εδώ και εδώ) κ.ά. Το 1930 ίδρυσε τη «Μάντρα του Αττίκ», έναν καλλιτεχνικό χώρο που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού και ανέδειξε νέους δημιουργούς και ερμηνευτές (για περισσότερα σχετικά με το έργο και τη ζωή του Αττίκ, βλέπε εδώ, εδώ και εδώ).
© 2019 ΑΡΧΕΙΟ ΚΟΥΝΑΔΗ