Εγώ θέλω πριγκηπέσα

Στις αρχές του 20ού αιώνα η Ευρώπη βρίσκεται σε ειρήνη και ευημερία. Η «Ωραία Εποχή» είναι απόρροια προηγούμενων σημαντικών ιστορικών γεγονότων και εξελίξεων. Τα δίκτυα που δημιουργούνται και εξελίσσονται διακινούν ανθρώπους και τα προϊόντα τους, υλικά και άυλα. Μέσα σε αυτόν τον πολυεπίπεδο κόσμο εφευρίσκεται η ηχογράφηση και η αναπαραγωγή του ήχου. Οι πρώτες δισκογραφικές εταιρείες στέλνουν κινητά συνεργεία κυριολεκτικά σε όλη την οικουμένη, για να ηχογραφήσουν τοπικούς μουσικούς. Το εύρος του ρεπερτορίου είναι ατελείωτο. Η κοσμοπολίτικη συνθήκη μεγάλων αστικών κέντρων ευνοεί τους πολυστυλισμούς και τις πολυμορφικότητες. Αποικιοκρατία, επαναστάσεις, συρράξεις, προσφυγικά ρεύματα∙ το θέατρο, ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο, η φωτογράφιση, οι περιοδείες από ορχήστρες, αλλά και οι κυκλοφορίες στους πάσης φύσεως εμπορικούς διαύλους, μέσα σε έναν κόσμο που εξελίσσεται δυναμικά και ανισότροπα, διαμορφώνουν ένα σύνθετο πλέγμα από «κέντρα» και «περιφέρειες» σε εναλλασσόμενους ρόλους, που θέτουν τα μουσικά ιδιώματα σε κίνηση, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Το δίκτυο μέσα στο οποίο συμμετέχει το ελληνόφωνο αστικό λαϊκό τραγούδι, συνομιλώντας διαρκώς με τους συνένοικούς του, είναι μεγαλειώδες. Η δισκογραφία έχει ήδη προσφέρει σημαντικά εργαλεία στην κατανόηση των σχέσεων που αναπτύχθηκαν μεταξύ των «εθνικών» ρεπερτορίων. Αποτέλεσμα της εν εξελίξει έρευνας είναι ο «Κοσμοπολιτισμός στην Ελληνική Ιστορική Δισκογραφία».

Συναντάμε περιπλανώμενους μουσικούς σκοπούς σε διάφορα σημεία στην Ευρώπη, την Αφρική, την Ασία και την Αμερική, όπου τοπικοί μουσικοί τους οικειοποιούνται και τους ανακατασκευάζουν. Πέραν αυτών, οι αλληλο-επιρροές αφορούν τις πρακτικές εκτέλεσης, το οργανολόγιο, τη ρυθμολογία, την εναρμόνιση, την φωνητική τοποθέτηση και γενικότερα τις έξεις που κουβαλάει ο κάθε μουσικός. Τα ρεπερτόρια αποεδαφικοποιούνται και αναμιγνύονται με άλλα, τα οποία προσλαμβάνουν πλέον υπερτοπικά χαρακτηριστικά. Οι μουσικοί βρίσκονται συχνά σε κίνηση μέσα σε πολυπολιτισμικές αυτοκρατορίες, υπηρετούν πολυποίκιλα ρεπερτόρια και προέρχονται από ετερογενείς εθνοπολιτισμικές ομάδες. Η «σύγκλιση» των γεωγραφικών συντεταγμένων συνοδεύεται από μια ακόμα σύγκλιση, που αφορά εσωτερικές πολιτισμικές «συντεταγμένες». Πρόκειται για τα πεδία του λόγιου και του λαϊκού, που παραδοσιακά έχουν αντιμετωπιστεί όχι απλώς ως αυτοτελή, αλλά και ως στεγανά. Η λαϊκότητα και η λογιότητα μπαίνουν σε δημιουργικό διάλογο με ποικίλους τρόπους, συστήνοντας ενδιάμεσους «τόπους» ανάλογα με τις ιστορικές συνθήκες.

Ένα εξαιρετικό δείγμα των «περιπλανώμενων» σκοπών, οι οποίοι απαντούν σε ποικίλες εκδοχές, περιοχές, περιόδους και πλαίσια. Η μουσική της πριγκηπέσσας ηχογραφείται για πρώτη φορά, με βάση τα μέχρι τώρα ευρήματα, στην Λιθουανία, από Εβραίους μουσικούς, το 1910. Έκτοτε, τον σκοπό τον συναντάμε στην ιστορική δισκογραφία τουλάχιστον ακόμη 21 φορές, ηχογραφημένο στην Αμερική, την Σερβία, την Ουγγαρία, την Σλοβακία, την Ελλάδα, την Τουρκία, την Ρουμανία και την Κροατία. Συναντάται τόσο σε μορφή τραγουδιού όσο και σε ορχηστρικού.

Στην ελληνική δισκογραφία το συναντάμε πέντε φορές. Αρχικά ηχογραφείται με τον τίτλο “Γεροντάκι”, σε μουσική και στίχους του Παναγιώτη Τούντα, περίπου το 1932. Το 1936, ο Τούντας το ξαναηχογραφεί ως “Εγώ θέλω πριγκηπέσσα” (παρούσα ηχογράφηση). Η έμπνευση της δημοφιλέστατης αυτής εκδοχής οφείλεται στην εξέλιξη του πρωτάκουστου ειδυλλίου, μεταξύ της αδελφής του βασιλιά του Ιράκ, πριγκίπισσας Ιζαντέ Φεϋζάλ και του ροδίτη (συμιακής καταγωγής) ξενοδοχειακού υπαλλήλου, Τάσου Χαραλάμπους. Το ειδύλλιο ξεκίνησε περίπου έναν χρόνο πριν, κατά τις διακοπές της πριγκίπισσας στην Ρόδο· οδήγησε τους δύο πρωταγωνιστές να κλεφτούν και να παντρευτούν κρυφά έναν χρόνο μετά, αφού πρώτα η Ιζαντέ βαπτίστηκε χριστιανή. Εντέλει, χώρισαν για λόγους που ξεπερνούσαν τα μεταξύ τους συναισθήματα (διπλωματικές σχέσεις, ζητήματα κληρονομιάς στην διαχείριση των πετρελαιοπηγών του Ιράκ κ.λπ.). Οι δημοσιογράφοι, μάλιστα, ενημερώνονται για το περιστατικό λόγω της καταγγελίας της αδελφής της Ιζαντέ στην αστυνομία. Η τελευταία, είχε αφήσει γράμμα στην αδελφή της με την οποία παραθέριζε, ότι κλέφτηκε με τον αγαπημένο της… Αναμφισβήτητα, αν κάποιος μελετήσει τα ρεπορτάζ της εποχής, οι στίχοι του τραγουδιού του Τούντα ανανοηματοδοτούνται.

Μεταξύ 1938–1939, η πριγκηπέσσα ηχογραφείται στην Κωνσταντινούπολη, με τραγουδιστή τον Μήτσο Κυριακόπουλο και την ορχήστρα του Fehmi Ege (CTZ 5684 – RT 17385).

Σημειώνεται και η ηχογράφηση του Γιάννη Κυριαζή, που πραγματοποιείται στην Αθήνα το 1975, σε ένα νέο πλέον αισθητικό πλαίσιο. Το συγκλονιστικό στην ηχογράφηση αυτή, είναι πως στο ένθετο και στην ετικέτα του δίσκου, το κομμάτι φαίνεται πως είναι σύνθεση του ίδιου του Κυριαζή… Παρόλα αυτά, ο δίσκος επανεκδίδεται το 2009 σε CD, σε επιμέλεια του Γιώργου Τσάμπρα. Σε αυτήν την έκδοση, το κομμάτι πλέον χρεώνεται στον Παναγιώτη Τούντα (Zodiac YZP 88051 – SYZP 88051 / SYLP 3027).

Το 1974 συμβαίνει το εξής ενδιαφέρον: η Χάρις Αλεξίου ηχογραφεί ένα τραγούδι του Βασίλη Βασιλειάδη, καινοτόμου συνθέτη της εποχής, σε στίχους του Πυθαγόρα. Ο συλλέκτης Κώστας Χατζηδουλής τον ονομάζει «πασίγνωστο λήσταρχο ρεμπέτικων τραγουδιών» (1979: 38). Το τραγούδι που ερμηνεύει η Αλεξίου έχει τίτλο "Πως το λένε", και χρησιμοποιεί την ίδια μελωδία της πριγκηπέσσας με διαφορετικό στίχο (Minos 7XGO 6321 – MIN 5578).

Όσον αφορά τις ξένες ηχογραφήσεις, ενδεικτικά:

Στον δίσκο-συλλογή με τίτλο “Chekhov's Band, Eastern European Klezmer music from the EMI archives 1908–1913”, επιμέλεια των Michael Aylward και Joel Rubin, υπάρχει η ηχογράφηση με τίτλο “Караимскія попурри” (Karaite medley)Πρόκειται για οργανικό κομμάτι που ηχογραφήθηκε από την Zonophone, τον Μάρτιο του 1910 στην Βίλνα, την σημερινή πρωτεύουσα της Λιθουανίας, τότε έδαφος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Στην ηχογράφηση παίζει η ορχήστρα του δημοτικού θεάτρου της πόλης, την οποία διευθύνει ο Meir Mordukh Stupel (X 60861-60862 – 14505 a-b).

Τον Ιούλιο του 1927 ο Mijat Mijatović ηχογραφεί για λογαριασμό της Columbia το τραγούδι “Moja mati ćilim tka”, δηλαδή, «η μάνα μου, μου πλέκει ένα κιλίμι» (H 2162 – D 30987). Η ηχογράφηση επανεκδίδεται στην Αμερική, μεταξύ 1930–1931 (130129 – 1178 F). Συμμετέχει μαζί του η τσιγγάνικη ορχήστρα του Dušan Popaza. Η, αισθητικά παρόμοια, ηχογράφηση στην Edison Bell Penkala Electron, πραγματοποιείται στο Ζάγκρεμπ, μάλλον το 1929, μιας και συναντάμε τον τίτλο του τραγουδιού στον ετήσιο κατάλογο της εταιρείας. Στην ηχογράφηση αυτή συμμετέχει η τσιγγάνικη ορχήστρα του Gj. Gjorgjevića (Edison Bell Electron Penkala Z 726 – Z 1412). Η τρίτη σέρβικη ηχογράφηση, για την οποία διαθέτουμε το ηχητικό τεκμήριο, πραγματοποιείται από τον Edo Ljubić στο Σικάγο, στις 3 Φεβρουαρίου του 1942 (Victor BS 074030-1). Δεν έχουμε εντοπίσει κωδικό καταλόγου ακόμη και, έπειτα και από επικοινωνία με τον Dick Spotswood, ειδικός επί της ιστορικής δισκογραφίας στην Αμερική, μπορούμε να υποθέσουμε πως η ηχογράφηση έμεινε στα ακυκλοφόρητα.

Η επόμενη ηχογράφηση προέρχεται από το ουκρανικού ενδιαφέροντος ρεπερτόριο, ηχογραφημένο στην Αμερική. Συγκεκριμένα, η ουκρανική ορχήστρα του Dymytro Kornienko, ηχογραφεί στην Νέα Υόρκη, περίπου τον Ιούνιο του 1929, το οργανικό κομμάτι με τίτλο “Румунка коломийка” (Rumunka Kolomyjka: Okeh 15588 – W 402436).

Από τα στοιχεία στη διάθεσή μας προκύπτει πως η επόμενη ηχογράφηση πραγματοποιήθηκε από τον Τσιγγάνο Ρουμάνο βιολιστή Grigoraș Dinicu, στις 28 Φεβρουαρίου του 1939 από την Gramophone στο Βουκουρέστι. Ίσως η ηχογράφηση να κυκλοφόρησε απευθείας και αποκλειστικά όμως στην Αμερική. Τίτλος του οργανικού κομματιού: "Cine-a pus carciuma-n drum", δηλαδή, «αυτός που φύτεψε το καπηλειό στο δρόμο», με βάση τις μεταφραστικές συμβουλές της Speranța Rădulescu, ή «το καπηλειό στους λόφους», με βάση την αμερικάνικη ετικέτα της Victor (0HR476 – JB 293). Αξίζει να σημειωθεί η παρτιτούρα που εντοπίστηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ρουμανίας, στην οποία ο εν λόγω σκοπός εμφανίζεται να έχει εκδοθεί από το 1890, με τον τίτλο «Ardeleanca».

Τον Οκτώβριο του 1946 στην Νέα Υόρκη, για λογαριασμό της Columbia, πραγματοποιείται η ηχογράφηση με τίτλο: “Gib mir Bessarabia”, δηλαδή, «δώσε μου την Βεσσαραβία» (CO 37069 – 8242 F). Συντελεστές: ο Aaron Lebedeff και η ορχήστρα του Sholom Secunda.

Από τα αρχεία της Βουλής της Ουγγαρίας και του Ινστιτούτου Μουσικολογίας έρχονται οι δύο επόμενες, μη εμπορικές ηχογραφήσεις που πραγματοποίησαν οι Kiss Lajos και Lévayné Gábor Judit, ηχογραφώντας τους Karsai Zsigmond και Lebó Sándor αντίστοιχα. Η πρώτη ηχογράφηση με αρχικό στίχο «Çine a facut» πραγματοποιείται στις 4 Ιανουαρίου του 1955, στο χωριό Pécel της Ουγγαρίας. Στην καρτέλα, ως καταγωγή του τραγουδιού αναγράφεται το χωριό Lőrincréve, στην σημερινή Ρουμανία. Η δεύτερη ηχογράφηση με αρχικό στίχο «Kövecses tó partján sírdogál valaki» πραγματοποιείται στις 3 Μαΐου του 1955, στο χωριό Bácsbokod, και πάλι στην Ουγγαρία. Ως καταγωγή του τραγουδιού όμως δηλώνεται το χωριό Naszvad, στην σημερινή Σλοβακία. Η τρίτη ηχογράφηση, με την Turla Péterné Telekán Teréz και αρχικό στίχο «Şti tiu bade cerice», είναι πιο σύγχρονη και πραγματοποιήθηκε στις 29 Ιανουαρίου του 1978, στο χωριό Elek, στη σημερινή Ουγγαρία, ακριβώς επάνω στα σύνορα με την Ρουμανία, στα νοτιοανατολικά.

Για όλο το ιστορικό του μουσικού σκοπού και την δισκογραφία του σε Ελλάδα και εξωτερικό βλέπε Ορδουλίδης (2020) και Ordoulidis (2021b).

Έρευνα και κείμενο: Νίκος Ορδουλίδης

Δημιουργός (Συνθέτης):
Στιχουργός:
Τούντας Παναγιώτης
Τραγουδιστές:
Περπινιάδης Στελλάκης
Ορχήστρα-Εκτελεστές:
Συγκρότημα Γιοβάν Τσαούς
Χρονολογία ηχογράφησης:
06/1936
Τόπος ηχογράφησης:
Αθήνα
Γλώσσα/ες:
Ελληνικά
Χορός / Ρυθμός:
Χασάπικο
Εκδότης:
His Master's Voice
Αριθμός καταλόγου:
AO 2319
Αριθμός μήτρας:
OGA 377-1
Διάρκεια:
3:10
Θέση τεκμηρίου:
Δισκοθήκη Αρχείου Κουνάδη
Φυσική περιγραφή:
Δίσκος 10'' (25 εκατοστών)
Προέλευση:
Αρχείο Κουνάδη
Αναγνωριστικό:
HMV_AO2319_EgoTheloPringipessa
Άδεια χρήσης:
cc
Παραπομπή:
Αρχείο Κουνάδη, "Εγώ θέλω πριγκηπέσα", 2019, https://vmrebetiko.gr/item?id=10816

Στις αρχές του 20ού αιώνα η Ευρώπη βρίσκεται σε ειρήνη και ευημερία. Η «Ωραία Εποχή» είναι απόρροια προηγούμενων σημαντικών ιστορικών γεγονότων και εξελίξεων. Τα δίκτυα που δημιουργούνται και εξελίσσονται διακινούν ανθρώπους και τα προϊόντα τους, υλικά και άυλα. Μέσα σε αυτόν τον πολυεπίπεδο κόσμο εφευρίσκεται η ηχογράφηση και η αναπαραγωγή του ήχου. Οι πρώτες δισκογραφικές εταιρείες στέλνουν κινητά συνεργεία κυριολεκτικά σε όλη την οικουμένη, για να ηχογραφήσουν τοπικούς μουσικούς. Το εύρος του ρεπερτορίου είναι ατελείωτο. Η κοσμοπολίτικη συνθήκη μεγάλων αστικών κέντρων ευνοεί τους πολυστυλισμούς και τις πολυμορφικότητες. Αποικιοκρατία, επαναστάσεις, συρράξεις, προσφυγικά ρεύματα∙ το θέατρο, ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο, η φωτογράφιση, οι περιοδείες από ορχήστρες, αλλά και οι κυκλοφορίες στους πάσης φύσεως εμπορικούς διαύλους, μέσα σε έναν κόσμο που εξελίσσεται δυναμικά και ανισότροπα, διαμορφώνουν ένα σύνθετο πλέγμα από «κέντρα» και «περιφέρειες» σε εναλλασσόμενους ρόλους, που θέτουν τα μουσικά ιδιώματα σε κίνηση, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Το δίκτυο μέσα στο οποίο συμμετέχει το ελληνόφωνο αστικό λαϊκό τραγούδι, συνομιλώντας διαρκώς με τους συνένοικούς του, είναι μεγαλειώδες. Η δισκογραφία έχει ήδη προσφέρει σημαντικά εργαλεία στην κατανόηση των σχέσεων που αναπτύχθηκαν μεταξύ των «εθνικών» ρεπερτορίων. Αποτέλεσμα της εν εξελίξει έρευνας είναι ο «Κοσμοπολιτισμός στην Ελληνική Ιστορική Δισκογραφία».

Συναντάμε περιπλανώμενους μουσικούς σκοπούς σε διάφορα σημεία στην Ευρώπη, την Αφρική, την Ασία και την Αμερική, όπου τοπικοί μουσικοί τους οικειοποιούνται και τους ανακατασκευάζουν. Πέραν αυτών, οι αλληλο-επιρροές αφορούν τις πρακτικές εκτέλεσης, το οργανολόγιο, τη ρυθμολογία, την εναρμόνιση, την φωνητική τοποθέτηση και γενικότερα τις έξεις που κουβαλάει ο κάθε μουσικός. Τα ρεπερτόρια αποεδαφικοποιούνται και αναμιγνύονται με άλλα, τα οποία προσλαμβάνουν πλέον υπερτοπικά χαρακτηριστικά. Οι μουσικοί βρίσκονται συχνά σε κίνηση μέσα σε πολυπολιτισμικές αυτοκρατορίες, υπηρετούν πολυποίκιλα ρεπερτόρια και προέρχονται από ετερογενείς εθνοπολιτισμικές ομάδες. Η «σύγκλιση» των γεωγραφικών συντεταγμένων συνοδεύεται από μια ακόμα σύγκλιση, που αφορά εσωτερικές πολιτισμικές «συντεταγμένες». Πρόκειται για τα πεδία του λόγιου και του λαϊκού, που παραδοσιακά έχουν αντιμετωπιστεί όχι απλώς ως αυτοτελή, αλλά και ως στεγανά. Η λαϊκότητα και η λογιότητα μπαίνουν σε δημιουργικό διάλογο με ποικίλους τρόπους, συστήνοντας ενδιάμεσους «τόπους» ανάλογα με τις ιστορικές συνθήκες.

Ένα εξαιρετικό δείγμα των «περιπλανώμενων» σκοπών, οι οποίοι απαντούν σε ποικίλες εκδοχές, περιοχές, περιόδους και πλαίσια. Η μουσική της πριγκηπέσσας ηχογραφείται για πρώτη φορά, με βάση τα μέχρι τώρα ευρήματα, στην Λιθουανία, από Εβραίους μουσικούς, το 1910. Έκτοτε, τον σκοπό τον συναντάμε στην ιστορική δισκογραφία τουλάχιστον ακόμη 21 φορές, ηχογραφημένο στην Αμερική, την Σερβία, την Ουγγαρία, την Σλοβακία, την Ελλάδα, την Τουρκία, την Ρουμανία και την Κροατία. Συναντάται τόσο σε μορφή τραγουδιού όσο και σε ορχηστρικού.

Στην ελληνική δισκογραφία το συναντάμε πέντε φορές. Αρχικά ηχογραφείται με τον τίτλο “Γεροντάκι”, σε μουσική και στίχους του Παναγιώτη Τούντα, περίπου το 1932. Το 1936, ο Τούντας το ξαναηχογραφεί ως “Εγώ θέλω πριγκηπέσσα” (παρούσα ηχογράφηση). Η έμπνευση της δημοφιλέστατης αυτής εκδοχής οφείλεται στην εξέλιξη του πρωτάκουστου ειδυλλίου, μεταξύ της αδελφής του βασιλιά του Ιράκ, πριγκίπισσας Ιζαντέ Φεϋζάλ και του ροδίτη (συμιακής καταγωγής) ξενοδοχειακού υπαλλήλου, Τάσου Χαραλάμπους. Το ειδύλλιο ξεκίνησε περίπου έναν χρόνο πριν, κατά τις διακοπές της πριγκίπισσας στην Ρόδο· οδήγησε τους δύο πρωταγωνιστές να κλεφτούν και να παντρευτούν κρυφά έναν χρόνο μετά, αφού πρώτα η Ιζαντέ βαπτίστηκε χριστιανή. Εντέλει, χώρισαν για λόγους που ξεπερνούσαν τα μεταξύ τους συναισθήματα (διπλωματικές σχέσεις, ζητήματα κληρονομιάς στην διαχείριση των πετρελαιοπηγών του Ιράκ κ.λπ.). Οι δημοσιογράφοι, μάλιστα, ενημερώνονται για το περιστατικό λόγω της καταγγελίας της αδελφής της Ιζαντέ στην αστυνομία. Η τελευταία, είχε αφήσει γράμμα στην αδελφή της με την οποία παραθέριζε, ότι κλέφτηκε με τον αγαπημένο της… Αναμφισβήτητα, αν κάποιος μελετήσει τα ρεπορτάζ της εποχής, οι στίχοι του τραγουδιού του Τούντα ανανοηματοδοτούνται.

Μεταξύ 1938–1939, η πριγκηπέσσα ηχογραφείται στην Κωνσταντινούπολη, με τραγουδιστή τον Μήτσο Κυριακόπουλο και την ορχήστρα του Fehmi Ege (CTZ 5684 – RT 17385).

Σημειώνεται και η ηχογράφηση του Γιάννη Κυριαζή, που πραγματοποιείται στην Αθήνα το 1975, σε ένα νέο πλέον αισθητικό πλαίσιο. Το συγκλονιστικό στην ηχογράφηση αυτή, είναι πως στο ένθετο και στην ετικέτα του δίσκου, το κομμάτι φαίνεται πως είναι σύνθεση του ίδιου του Κυριαζή… Παρόλα αυτά, ο δίσκος επανεκδίδεται το 2009 σε CD, σε επιμέλεια του Γιώργου Τσάμπρα. Σε αυτήν την έκδοση, το κομμάτι πλέον χρεώνεται στον Παναγιώτη Τούντα (Zodiac YZP 88051 – SYZP 88051 / SYLP 3027).

Το 1974 συμβαίνει το εξής ενδιαφέρον: η Χάρις Αλεξίου ηχογραφεί ένα τραγούδι του Βασίλη Βασιλειάδη, καινοτόμου συνθέτη της εποχής, σε στίχους του Πυθαγόρα. Ο συλλέκτης Κώστας Χατζηδουλής τον ονομάζει «πασίγνωστο λήσταρχο ρεμπέτικων τραγουδιών» (1979: 38). Το τραγούδι που ερμηνεύει η Αλεξίου έχει τίτλο "Πως το λένε", και χρησιμοποιεί την ίδια μελωδία της πριγκηπέσσας με διαφορετικό στίχο (Minos 7XGO 6321 – MIN 5578).

Όσον αφορά τις ξένες ηχογραφήσεις, ενδεικτικά:

Στον δίσκο-συλλογή με τίτλο “Chekhov's Band, Eastern European Klezmer music from the EMI archives 1908–1913”, επιμέλεια των Michael Aylward και Joel Rubin, υπάρχει η ηχογράφηση με τίτλο “Караимскія попурри” (Karaite medley)Πρόκειται για οργανικό κομμάτι που ηχογραφήθηκε από την Zonophone, τον Μάρτιο του 1910 στην Βίλνα, την σημερινή πρωτεύουσα της Λιθουανίας, τότε έδαφος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Στην ηχογράφηση παίζει η ορχήστρα του δημοτικού θεάτρου της πόλης, την οποία διευθύνει ο Meir Mordukh Stupel (X 60861-60862 – 14505 a-b).

Τον Ιούλιο του 1927 ο Mijat Mijatović ηχογραφεί για λογαριασμό της Columbia το τραγούδι “Moja mati ćilim tka”, δηλαδή, «η μάνα μου, μου πλέκει ένα κιλίμι» (H 2162 – D 30987). Η ηχογράφηση επανεκδίδεται στην Αμερική, μεταξύ 1930–1931 (130129 – 1178 F). Συμμετέχει μαζί του η τσιγγάνικη ορχήστρα του Dušan Popaza. Η, αισθητικά παρόμοια, ηχογράφηση στην Edison Bell Penkala Electron, πραγματοποιείται στο Ζάγκρεμπ, μάλλον το 1929, μιας και συναντάμε τον τίτλο του τραγουδιού στον ετήσιο κατάλογο της εταιρείας. Στην ηχογράφηση αυτή συμμετέχει η τσιγγάνικη ορχήστρα του Gj. Gjorgjevića (Edison Bell Electron Penkala Z 726 – Z 1412). Η τρίτη σέρβικη ηχογράφηση, για την οποία διαθέτουμε το ηχητικό τεκμήριο, πραγματοποιείται από τον Edo Ljubić στο Σικάγο, στις 3 Φεβρουαρίου του 1942 (Victor BS 074030-1). Δεν έχουμε εντοπίσει κωδικό καταλόγου ακόμη και, έπειτα και από επικοινωνία με τον Dick Spotswood, ειδικός επί της ιστορικής δισκογραφίας στην Αμερική, μπορούμε να υποθέσουμε πως η ηχογράφηση έμεινε στα ακυκλοφόρητα.

Η επόμενη ηχογράφηση προέρχεται από το ουκρανικού ενδιαφέροντος ρεπερτόριο, ηχογραφημένο στην Αμερική. Συγκεκριμένα, η ουκρανική ορχήστρα του Dymytro Kornienko, ηχογραφεί στην Νέα Υόρκη, περίπου τον Ιούνιο του 1929, το οργανικό κομμάτι με τίτλο “Румунка коломийка” (Rumunka Kolomyjka: Okeh 15588 – W 402436).

Από τα στοιχεία στη διάθεσή μας προκύπτει πως η επόμενη ηχογράφηση πραγματοποιήθηκε από τον Τσιγγάνο Ρουμάνο βιολιστή Grigoraș Dinicu, στις 28 Φεβρουαρίου του 1939 από την Gramophone στο Βουκουρέστι. Ίσως η ηχογράφηση να κυκλοφόρησε απευθείας και αποκλειστικά όμως στην Αμερική. Τίτλος του οργανικού κομματιού: "Cine-a pus carciuma-n drum", δηλαδή, «αυτός που φύτεψε το καπηλειό στο δρόμο», με βάση τις μεταφραστικές συμβουλές της Speranța Rădulescu, ή «το καπηλειό στους λόφους», με βάση την αμερικάνικη ετικέτα της Victor (0HR476 – JB 293). Αξίζει να σημειωθεί η παρτιτούρα που εντοπίστηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ρουμανίας, στην οποία ο εν λόγω σκοπός εμφανίζεται να έχει εκδοθεί από το 1890, με τον τίτλο «Ardeleanca».

Τον Οκτώβριο του 1946 στην Νέα Υόρκη, για λογαριασμό της Columbia, πραγματοποιείται η ηχογράφηση με τίτλο: “Gib mir Bessarabia”, δηλαδή, «δώσε μου την Βεσσαραβία» (CO 37069 – 8242 F). Συντελεστές: ο Aaron Lebedeff και η ορχήστρα του Sholom Secunda.

Από τα αρχεία της Βουλής της Ουγγαρίας και του Ινστιτούτου Μουσικολογίας έρχονται οι δύο επόμενες, μη εμπορικές ηχογραφήσεις που πραγματοποίησαν οι Kiss Lajos και Lévayné Gábor Judit, ηχογραφώντας τους Karsai Zsigmond και Lebó Sándor αντίστοιχα. Η πρώτη ηχογράφηση με αρχικό στίχο «Çine a facut» πραγματοποιείται στις 4 Ιανουαρίου του 1955, στο χωριό Pécel της Ουγγαρίας. Στην καρτέλα, ως καταγωγή του τραγουδιού αναγράφεται το χωριό Lőrincréve, στην σημερινή Ρουμανία. Η δεύτερη ηχογράφηση με αρχικό στίχο «Kövecses tó partján sírdogál valaki» πραγματοποιείται στις 3 Μαΐου του 1955, στο χωριό Bácsbokod, και πάλι στην Ουγγαρία. Ως καταγωγή του τραγουδιού όμως δηλώνεται το χωριό Naszvad, στην σημερινή Σλοβακία. Η τρίτη ηχογράφηση, με την Turla Péterné Telekán Teréz και αρχικό στίχο «Şti tiu bade cerice», είναι πιο σύγχρονη και πραγματοποιήθηκε στις 29 Ιανουαρίου του 1978, στο χωριό Elek, στη σημερινή Ουγγαρία, ακριβώς επάνω στα σύνορα με την Ρουμανία, στα νοτιοανατολικά.

Για όλο το ιστορικό του μουσικού σκοπού και την δισκογραφία του σε Ελλάδα και εξωτερικό βλέπε Ορδουλίδης (2020) και Ordoulidis (2021b).

Έρευνα και κείμενο: Νίκος Ορδουλίδης

Δημιουργός (Συνθέτης):
Στιχουργός:
Τούντας Παναγιώτης
Τραγουδιστές:
Περπινιάδης Στελλάκης
Ορχήστρα-Εκτελεστές:
Συγκρότημα Γιοβάν Τσαούς
Χρονολογία ηχογράφησης:
06/1936
Τόπος ηχογράφησης:
Αθήνα
Γλώσσα/ες:
Ελληνικά
Χορός / Ρυθμός:
Χασάπικο
Εκδότης:
His Master's Voice
Αριθμός καταλόγου:
AO 2319
Αριθμός μήτρας:
OGA 377-1
Διάρκεια:
3:10
Θέση τεκμηρίου:
Δισκοθήκη Αρχείου Κουνάδη
Φυσική περιγραφή:
Δίσκος 10'' (25 εκατοστών)
Προέλευση:
Αρχείο Κουνάδη
Αναγνωριστικό:
HMV_AO2319_EgoTheloPringipessa
Άδεια χρήσης:
cc
Παραπομπή:
Αρχείο Κουνάδη, "Εγώ θέλω πριγκηπέσα", 2019, https://vmrebetiko.gr/item?id=10816

Σχετικά τεκμήρια

Δείτε επίσης